Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Οι πολιτικές ιδέες και η λάμψη των προσώπων

του Νικόλα Σεβαστάκη

Μέχρι πρόσφατα ακούγαμε ότι το μοναδικό ρεύμα που κερδίζει στην εποχή της σύγχυσης και των εθνικών αναδιπλώσεων είναι η λαϊκιστική Δεξιά. Είναι ο χώρος, πιο συγκεκριμένα, που ορίζεται πλέον ως «ταυτοτικός» (Identitarian), όρος που τείνει να αγκαλιάσει ένα πλήθος κινημάτων και δεξαμενών σκέψης της σύγχρονης, αντιφιλελεύθερης Δεξιάς.

Περιπτώσεις όμως όπως του ακάματου σοσιαλδημοκράτη Σουλτς και του χαρισματικού κεντρώου Μακρόν σε Γερμανία και Γαλλία αντιστοίχως φαίνεται να αλλάζουν τα δεδομένα. Εκτός από τη μορφολογία των ιδεών υπάρχουν λοιπόν και τα πρόσωπα: η δυνατότητα κάποιου/ας να «αναγεννήσει», ως έναν βαθμό, μια κουρασμένη υπόσχεση, να ξαναγοητεύσει έναν ιστορικό πολιτικό χώρο ή να αναδείξει μια καινούργια συνθετική κατεύθυνση.

Συγχρόνως όμως η ακτινοβολία ανθρώπων σαν τον Μακρόν ή τον Σουλτς φανερώνει κάτι που δεν μπορούν να καταλάβουν πολλοί ριζοσπάστες και υποψήφιοι «αντισυστημικοί»: το ότι δεν υφίσταται ένας λαός αλλά πολλαπλές εκδοχές της λαϊκότητας. Ο λαός δεν είναι μόνο οι κοινωνιολογικές του διαιρέσεις που γοητεύουν τους παραδοσιακούς αριστερούς ή μια χαμένη ουσία που ελκύει τη νέα, «ταυτοτική» Δεξιά. Υπάρχει φυσικά η τραυματισμένη μεσαία τάξη και η αιώρησή της ανάμεσα στις πληβειακές της φοβίες και στις «αστικές» της ελπίδες. Αλλά στις σύγχρονες κοινωνίες κανένας δεν μπορεί να διεκδικεί πολιτικά την ολότητα του λαού: την πρακτική ή μεταφυσική αλήθεια των αναγκών του.

Πάμε λοιπόν στα πρόσωπα και στη δική τους ανάδυση. Εχουν, φυσικά, τα όριά τους. Οσο ελκυστική και αν είναι μια πολιτική προσωπικότητα, δύσκολα μπορεί να ανατρέψει την πορεία παρακμής ενός ιστορικού χώρου. Οταν, μάλιστα, αυτή η παρακμή σχετίζεται με σκληρά δημογραφικά δεδομένα, με βαθιές αλλαγές στην κοινωνική σύνθεση και στα πολιτικά ήθη μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Το πρόσωπο όμως μπορεί να καθυστερήσει ή να αναβάλει τις χειρότερες εξελίξεις. Από την άλλη, φυσικά, τα πρόσωπα έχουν την ιστορία τους, διαδρομές, θαμπές ή σκοτεινές όψεις. Εύκολα καίγονται μέσα σε μια δημοσιότητα που αγαπάει τους τελετουργικούς φόνους ή διαλέγει να υποβάλει τον εκάστοτε στόχο της σε αργά μαρτύρια (όπως στην περίπτωση του Φρανσουά Φιγιόν και του σκανδάλου με τη σύζυγό του).

Γι' αυτό λοιπόν και η πολιτική κίνηση της εποχής δεν ενσαρκώνεται σε ευθύγραμμα και προβλέψιμα πλάνα. Είτε αφορά τη μια ή την άλλη προσωπικότητα, είτε τις ιδέες που γίνονται μόδα, η τροχιά των πραγμάτων είναι αστάθμητη. Και οι δύο μεταβλητές (προσωπικότητες και ιδέες) είναι ευάλωτες και ασταθείς. Αν διαπιστώνουμε πως κερδίζει έδαφος μια νέα συντηρητική αγωνία ταυτότητας αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στον κλονισμό της προοδευτικής ιδέας, είτε στη φιλελεύθερη-κοσμοπολίτικη εκδοχή της, είτε στις σοσιαλδημοκρατικές και κοινωνιοκεντρικές της εκφράσεις.

Η υποκατάσταση της υπόθεσης της προόδου από έναν τεχνοοικονομικό μεταρρυθμισμό είναι μια αμήχανη στιγμή. Ακόμα και αν απαντά σε επείγουσες προσαρμογές στη συγκυρία της ύφεσης και των μειωμένων προσδοκιών, ένας κοινότοπος μεταρρυθμισμός δεν μπορεί να αφυπνίσει υπολογίσιμες κοινωνικά δυνάμεις. Ούτε και να επικοινωνήσει με τον κόσμο της ζωής των καθημερινών ανθρώπων. Χειρίζεται περισσότερο την απαξίωση των προηγούμενων μοντέλων της σπατάλης παρά βοηθά στη γέννηση ενός νέου παραδείγματος «δίκαιης λιτότητας».

Γι' αυτό και γυρίζουμε μελαγχολικά γύρω από τα πρόσωπα και τις δυνατότητές τους να συμβολίσουν την πολιτική. Συχνά σε κενό ιδεών. Οχι μόνο γιατί η εποχή του γενικευμένου σχολιασμού ευνοεί τα «επιφανειακά» σε βάρος κάθε «βάθους» αλλά επειδή οι ιδέες έχουν γίνει πια ύποπτες. Πολλοί πλέον στρέφουν τα νώτα τους στα λόγια των ιδεών ταυτίζοντάς τα με παχιές κουβέντες, ουτοπικές υποσχέσεις ή καθαρή δημαγωγία. Και αυτό είναι ολέθριο. Γιατί δημοκρατία χωρίς ιδέες και γενικά σχέδια γίνεται έρμαιο των «τραμπικών» απλουστεύσεων. Ο πραγματισμός μπορεί να είναι ευεργετικός ως διόρθωση μιας πολιτικής κουλτούρας βυθισμένης σε ιδεολογικές αφαιρέσεις και σύνδρομα ηθικολογίας. Αλλά δεν μπορεί να γίνει το άλφα και το ωμέγα της εξόδου από την κρίση. Οχι, πάντως, από μόνος του.

Ακόμα και ο σοσιαλφιλελεύθερος στα οικονομικά Μακρόν επιδιώκει να μιλήσει μια πιο πνευματική γλώσσα. Δεν θέλει να αποφύγει τις ιδέες, παρά το ότι αφήνει ασάφειες στις συγκεκριμένες του προτάσεις. Και κάνει, ενδεχομένως, καλά: δεν μπορεί οι ιδέες και οι συλλογικές αγωνίες να γίνονται αποκλειστικότητα της νέας Δεξιάς ή μιας εκτός πραγματικότητας Αριστεράς. Το ότι η ιδέα της προόδου έχει εξαντλήσει πολλές από τις παραδοσιακές της σημασίες δεν σημαίνει πως ήλθε το τέλος της. Μια νέα αρχή θα είναι πάντοτε εφικτή. Αυτό άλλωστε είναι η διαφορά της πολιτικής από τις κουβέντες για τα πρόσωπα και τα χαρίσματά τους: η νέα αρχή χρειάζεται ιδέες και όχι απλώς τους μεταρρυθμιστικούς αυτοματισμούς της συγκυρίας. Και εδώ μπορεί να βρει κανείς το πέρασμα σε μια πολιτική υπόσχεση που δεν θα είναι η παλινόρθωση της λαϊκιστικής ψευδαίσθησης αλλά η παραγωγική συνάντηση της προόδου και της λαϊκότητας.

ΒΗΜΑ 12/3/2017


Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Αρχίζει και επισήμως το «ξήλωμα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

της Αγγελικής Παπαμιλτιάδου



Τον Οκτώβριο αποκαλύψαμε έγγραφα όπου φαινόταν ότι ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ, που συζητούσε το μέλλον της με συγκεκριμένα στοιχεία του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών αλλά και της Μπούντεσμπανκ, συνειδητοποίησε ότι η Ένωση έτσι όπως τη γνωρίζουμε τώρα βαδίζει προς το τέλος της.
Αυτό, σύμφωνα με τα έγγραφα, ήταν το «extreme» σενάριο, το οποίο όμως σιγά σιγά έγινε το «βασικό», με μια σειρά από συνειδητοποιήσεις (realizations) για το μέλλον της ΕΕ, που έδειχναν ότι καλύτερα να αναδιαρθρωθεί σταδιακά και συντεταγμένα από μερίδα «υγειών» μελών, παρά να οδηγηθεί σε μια χαοτική διάλυση.
Τι άλλαξε και το σενάριο αυτό έγινε βασικό, όπως δήλωσε και επισήμως τόσο η Αγκελα Μέρκελ χθες, όσο και ο απερχόμενος Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, που -προφανώς για να κερδίσει τη γερμανική στήριξη στις επιδιώξεις του για μια κορυφαία θέση στην ΕΕ- «ξέχασε» τις σοσιαλιστικές γαλλικές ρίζες του;
Σύμφωνα με τον αξιωματούχο, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε συζητούσε το σενάριο αυτό -το οποίο καταρτίζει ο ίδιος ως προς τις οικονομικές συνέπειες- με την επικεφαλής του ΔΝΤ τον Οκτώβριο στην Ουάσινγκτον. Παρόμοια συζήτηση έγινε μεταξύ της Κρ. Λαγκάρντ και της Α. Μέρκελ πριν από δύο εβδομάδες στο Βερολίνο.
Με άλλα λόγια, τόσο το ΔΝΤ, όσο και το Βερολίνο συγκλίνουν στις εμπιστευτικές εκθέσεις ότι η Ευρώπη πρέπει να «σπάσει» σε πολλές ταχύτητες.
Για τους γνωρίζοντες το ρεπορτάζ, όταν το γράψαμε τον Οκτώβριο, τόσο στο Euro2day.gr, όσο και στο πρακτορείο ειδήσεων ΜΝΙ, είχαμε δεχθεί ασφυκτικές πιέσεις να μην ασχοληθούμε περαιτέρω, «για το καλό της ευρωζώνης» και για να μην αναστατώνονται οι αγορές.
Όμως, μία σειρά από «συμπτώσεις» και σχόλια ξαναφέρνουν το θέμα στο προσκήνιο και αποδεικνύουν ότι το σχέδιο προχωρεί κανονικά και συντεταγμένα.
Κατά την εν λόγω πηγή, η προώθηση του σχεδίου σε «βασικό» έγινε όταν πληροφορήθηκαν -και προφανώς αποδέχθηκαν- το σχέδιο δύο άνθρωποι-κλειδιά: Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, που συναντήθηκε με την Αγκελα Μέρκελ πριν από δύο εβδομάδες στο Βερολίνο, και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, που επίσης συνάντησε την κ. Μέρκελ στο Βερολίνο πριν συγγράψει τη Λευκή Βίβλο.
Το πρώτο σήμα επικοινωνίας του σχεδίου έγινε από τον ίδιο τον κ. Γιούνκερ την προηγούμενη εβδομάδα κατά την διάρκεια της παρουσίασης της Λευκής Βίβλου, όταν «αποφάσισε» να μιλήσει με σενάρια για το μέλλον της ΕΕ παρά να κάνει -όπως άλλωστε είπε και ο ίδιος- μια «συνεκτική ομιλία» (coherent speech).
Το σενάριο «τρία» αφορούσε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και διαφορετικών συνδέσεων, όπως άλλωστε ανακοινώθηκε από τις Βερσαλλίες τη Δευτέρα το βράδυ.
Είναι εξαιρετικά απογοητευτικό να βλέπεις τον άνθρωπο που συμμετείχε στην κατάρτιση της συνθήκης του Μάαστριχτ (το υπερηφανεύεται και ο ίδιος άλλωστε συνεχώς) να αποδέχεται παθητικά ένα τέτοιο μοντέλο για την Ευρώπη.
Ο κ. Γιούνκερ ανακοίνωσε προ μηνός ότι δεν θα ξαναδιεκδικήσει τη θέση του προέδρου της Κομισιόν το 2019 και ουσιαστικά αποδυνάμωσε όχι μονό τον εαυτό του αλλά και την ομάδα του.
Οι επιτελάρχες του προσπάθησαν να «περάσουν» τη γραμμή ότι το να μην ξαναθέσει υποψηφιότητα τον αποενοχοποιεί και του δίνει το αβαντάζ να παλέψει για τις πολιτικές του χωρίς δεσμεύσεις.
Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι άλλη.
Με την ανακοίνωση, οι επίτροποί του άρχισαν την κούρσα της διαδοχής τρία ολόκληρα χρόνια πριν λήξει η παρούσα θητεία. Οι πολιτικές Γιούνκερ είναι άγνωστο αν θα υλοποιηθούν στην ολότητά τους, ακανθώδη θέματα θα μπουν στο συρτάρι και ο ίδιος αποδυνάμωσε τον εαυτό του και την επιρροή του, σε σημείο που δεν αποκλείεται να μην ολοκληρώσει καν τη θητεία του.
Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι επέλεξε να αποσυρθεί για να μη συμμετέχει στην κατάρρευση του οικοδομήματος στο οποίο ο ίδιος πίστεψε. Όμως όσοι γνωρίζουν καλά τον κ. Γιούνκερ εκτιμούν ότι αυτός όπως οι περισσότεροι πολιτικοί άλλωστε, προσέχουν πρώτα την υστεροφημία τους και μετά τα υπόλοιπα. Καλύτερα λοιπόν κάποιος να κριτικάρει απέξω παρά να παλεύει εκ των έσω…
Απόδειξη είναι ότι αποδέχθηκε τις επιταγές της κ. Μέρκελ και βάσισε τη Λευκή Βίβλο πάνω σε σενάρια και επιδιώξεις των χωρών-μελών. Ένας πρόεδρος της Κομισιόν και κυρίως ο κ. Γιούνκερ θα έπρεπε να συγκρουστεί ανοικτά, ώστε να ανατρέψει ή τουλάχιστον να φέρει στο προσκήνιο τέτοια σχέδια.
Όσο για τον κ. Ντράγκι, κάποιος μπορεί να εικάσει ότι η ελευθερία κινήσεων της κ. Μέρκελ δείχνει μια σιωπηλή αποδοχή, ίσως και έναρξη προετοιμασίας και από πλευράς ΕΚΤ.
Γιατί το σενάριο των πολλών ταχυτήτων απαιτεί και αναδιάρθρωση της ευρωζώνης, με ένα σκληρό πυρήνα χωρών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία και Φινλανδία προς το παρόν) και η ΕΚΤ θα πρέπει να παίξει ρόλο στο διπλό νόμισμα που θα γίνει «pegged» πάνω σε ένα ευρώ που υπολογίζεται ότι θα έχει ισοτιμία 1-1 με το δολάριο.
Κάποιος θα αναρωτηθεί: η Ιταλία, η Ισπανία, δεν είναι προβληματικές χώρες; Είναι. Ωστόσο το σενάριο των πολλών ταχυτήτων δεν βασίζεται πάνω σε αξιόπιστα στοιχεία αλλά πολιτικές ισορροπίες.
Τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία και η Ισπανία έχουν δείξει στο παρελθόν ότι προκειμένου να συμμετέχουν στον πρώτο πυρήνα, μπορούν να «κρεμάσουν» τις συμπαθούσες χώρες. Είναι επίσης μεγάλες οικονομίες. Η Γαλλία πάντοτε είχε προνομιακή μεταχείριση από την ΕΕ και την Κομισιόν παρά το δημοσιονομικό πρόβλημά της.

Οι «συμπτώσεις» που μας έφεραν στις Βερσαλλίες:

1. Πρώτα έγιναν οι επαφές σε Ουάσινγκτον τον Οκτώβριο.
2. Μετά ξεκίνησαν οι εκθέσεις της Stratfor και οίκων αξιολόγησης περί κινδύνου διάσπασης.
3. Μετά είχαμε τον υποψήφιο πρέσβη των ΗΠΑ στην ΕΕ να λέει ότι η Ευρώπη διαλύεται και ότι θα «σόρταρε» το ευρώ ως νόμισμα.
4. Ακολούθησαν «διαρροές» σε μερίδα του ευρωπαϊκού Τύπου (και ημών συμπεριλαμβανομένων) ότι το σενάριο συζητείται πίσω από τις κλειστές πόρτες ως κάτι ακραίο.
5. Ακολούθησε η ομιλία Γιούνκερ στην Ευρωβουλή για τη Λευκή Βίβλο
6. Ακολούθησαν οι δηλώσεις Μέρκελ - Ολάντ τη Δευτέρα.
Οι δηλώσεις δεν είναι τυχαίο που έγιναν τρεις ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες, με θέμα το μεταναστευτικό και το Brexit. Η στρατηγική της κ. Μέρκελ, άλλωστε, να διοχετεύει αυτό που θέλει για να δει αντιδράσεις είναι γνωστή εδώ και χρόνια.

Ποιοι οι λόγοι του σεναρίου πολλών ταχυτήτων

Κατά τον αξιωματούχο που έχει γνώση των συζητήσεων, όλα ξεκίνησαν το 2015, όταν η Κομισιόν κατάρτισε τις 3.000 σελίδες που ανέλυαν την κοστολόγηση του Grexit. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ήταν περίπου τρία τρισεκατομμύρια, ποσό απαγορευτικό δηλαδή για τα δεδομένα της ευρωζώνης. Παρ' όλα αυτά η κυβέρνηση Τσίπρα πιέστηκε ώστε να φτάσει με την πλάτη στον τοίχο, παρά το γεγονός ότι πολλοί ήξεραν πως μια έξοδος δεν θα γινόταν ποτέ…
Εν συνεχεία ακολούθησε:
* Το βρετανικό δημοψήφισμα και το επερχόμενο Brexit.
* Η σιωπηλή παραδοχή ότι δεν υπάρχει και δεν πρόκειται να υπάρξει ομοφωνία στο προσφυγικό. Δεν είναι καθόλου τυχαία η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου χθες για το δικαίωμα να μη χορηγούν οι χώρες βίζα σε αιτούντες ασύλου.
* Η παραδοχή ότι οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας δεν φτιάχνουν, ο Ερντογάν είναι απρόβλεπτος και μη αξιόπιστος και αργά ή γρήγορα η συμφωνία για το προσφυγικό θα καταρρεύσει.
* Πολλές χώρες αρνούνται τις ποσοστώσεις στη μετεγκατάσταση προσφύγων (relocation quotas) καθώς η συμφωνία ήταν απλά στα χαρτιά.
* Η αύξηση της τρομοκρατίας και η ραγδαία άνοδος των εθνικιστών στην Ευρώπη.
* Το ακριβό ευρώ.
* Η άνοδος Τραμπ.
* Η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος πολλών χωρών αρχής, γενομένης με το 2017.
* Η έως σήμερα αποχώρηση του ΔΝΤ από την ΕΕ ως πιστωτή.
* Η περίπτωση της Ελλάδας, αλλά και της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, που πιθανώς να χρειαστούν πιστωτική υποστήριξη από την ΕΕ.
* Η προσπάθεια του σκληρού πυρήνα της ΕΕ να ελέγχει τον ΕΣΜ.
* Η επεκτεινόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή.
* Οι κινήσεις για λύση του Κυπριακού με ένα νέο κράτος «μόρφωμα».

Τα… «κενά»

Σίγουρα υπάρχουν κενά ακόμα στην τελειοποίηση του σεναρίου. Αυτά θα καλυφθούν ανάλογα με την αντίδραση της κάθε χώρας.
Για παράδειγμα, εάν η Ουγγαρία επιθυμεί να κλείσει σύνορα, Σένγκεν, να διώξει πρόσφυγες κ.λπ., το αίτημα θα γίνεται δεκτό ως αντάλλαγμα της μερικής παραμονής σε μία από τις ταχύτητες. Γι' αυτό και η κ. Μέρκελ μίλησε για συνεργασία των χωρών, ανάλογα με το αντικείμενο κοινού ενδιαφέροντος.
Πάντως για κάποιους υπάρχει και η σοβαρή πιθανότητα να χάσει η κ. Μέρκελ τις εκλογές και να ανέβει ο σοσιαλιστής Μάρτιν Σουλτς. Σε μια πρώτη ανάγνωση, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο κ. Σουλτς μπορεί να ανατρέψει αυτή τη λογική. Όμως, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει το Euro2day.gr, οι κ.κ. Σουλτς, Γιούνκερ, Βέμπερ (ΕΛΚ) συναντιούνται εδώ και δύο χρόνια σχεδόν κάθε εβδομάδα και είναι σε απόλυτη ευθυγράμμιση.
Μάλιστα ο κ. Σουλτς «χρωστάει» την απότομη αναβάθμισή του στον κ. Γιούνκερ, που τον επέβαλε σε όλες σχεδόν τις επίσημες συναντήσεις και θέματα της ΕΕ.
Επίσης η παραίτησή του από πρόεδρος της Ευρωβουλής και η επιστροφή του στα γερμανικά δρώμενα είναι προϊόν διαβουλεύσεων και στρατηγικής των τριών ανδρών. Κι ας ισχυρίζονται τα αντίθετα.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι μετά την εκλογή Τσίπρα, πρώτος ο κ. Σουλτς ήταν που ήρθε στην Αθήνα ως μεσολαβητής.
Βεβαίως το Euro2day.gr έγραφε συνεχώς από τότε ότι κάθε άλλο παρά φίλος της Αθήνας ήταν ο κ. Σουλτς, καθώς στις εμπιστευτικές του συνομιλίες έλεγε συνεχώς ότι ο κ. Τσίπρας αποτελεί απειλή για τους Ευρωσοσιαλιστές και ότι πρέπει να φύγει.
Η Αθήνα υπολογίζει ότι μια πιθανή εκλογή Σουλτς θα ανατρέψει τα σενάρια σκληρής στάσης του ΔΝΤ. Όντως έτσι έχει αφήσει ο ίδιος να διαφανεί. Όμως, εάν αποδέχεται την Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, τότε ο κ. Σουλτς αποδέχεται και το σενάριο για την Ελλάδα, όπως εντέχνως συμπεριέλαβε ο κ. Σόιμπλε στο προσχέδιο ως ένα σενάριο.

Αποδιοπομπαίος τράγος

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, σε μια συνάντηση του κ. Σόιμπλε με μεγαλοεπενδυτές ανά τον κόσμο πριν από 15 μέρες στο Βερολίνο, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών ρωτήθηκε για την κατάσταση στην Ελλάδα.
Η θεωρία που ανέπτυξε ήταν ότι προβλέπει Grexit το 2020, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αρνήθηκε να απαντήσει εάν αυτό θα οφείλεται στον ανασχεδιασμό της ΕΕ ή σε καθαρά οικονομικά και δημοσιονομικά κριτήρια.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι το καλό σενάριο για τον κ. Σόιμπλε είναι να μπει η χώρα μας σε πρόγραμμα 12 ή 15 μηνών του ΔΝΤ (τρίτη δανειοδότηση) και τον υπόλοιπο χρόνο που απομένει από πλευράς ΕΕ (από τον Μάρτιο 2018) θα συμπληρωθεί με πιστοληπτική γραμμή ECCL+ με αυξημένη εποπτεία και δικαίωμα παρέμβασης προληπτικών μέτρων στην «υποψία» εκτροχιασμού των δημοσιονομικών στόχων.
Με άλλα λόγια, το καλό σενάριο, κατά τον κ. Σόιμπλε, μας φθάνει στο 2020.
Επίσης δεν είναι καθόλου τυχαίο που το σενάριο Grexit ως της μόνης χώρα που θα εκδιωχθεί από την ευρωζώνη επανήλθε από τη Moody’s μία ημέρα μετά τις δηλώσεις Μέρκελ.

www.euro2day.gr  8/3/2017

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Οι αριθμοί, η διαπραγμάτευση και το… ατύχημα

του Γιώργου Παπανικολάου

Όσοι υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η διαπραγμάτευση με τους δανειστές στηρίζεται σε αριθμούς και οικονομική λογική, μάλλον θα πρέπει επιτέλους να αναθεωρήσουν. Αυτό δεν ισχύει ούτε για την κυβέρνηση, αλλά ούτε και για τους δανειστές.
Εάν ίσχυαν, ήδη θα είχαμε φτάσει σε μια συμφωνία, έστω για τη δεύτερη αξιολόγηση, και δεν θα είχε αφεθεί να ανοίξει και πάλι η φιλολογία περί Grexit.
Δυστυχώς, όμως, όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές δρουν με τρόπο ακραιφνώς πολιτικό, περιλαμβανομένου και του δήθεν «τεχνοκρατικού» ΔΝΤ. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο υποτιμούν, Έλληνες και ξένοι πολιτικοί, τις επιπτώσεις που έχει για την οικονομική κατάσταση της χώρας η νέα καθυστέρηση.
Γνωρίζουν οι δανειστές, υποθέτουμε, ότι το τελευταίο που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία και οι τράπεζες είναι μια νέα περίοδος αβεβαιότητας και αναταραχής. Ατυχώς, όμως, οι αριθμοί της ελληνικής οικονομίας επηρεάζουν απειροελάχιστα τους αριθμούς της Ευρώπης και του κόσμου (μετά τη θωράκιση της Ευρώπης από το ενδεχόμενο ενός ντόμινο χρεών), που σημαίνει ότι η όποια περαιτέρω επίπτωση της ελληνικής «κρίσης» θα έχει κυρίως πολιτικές συνέπειες.
Για το ΔΝΤ, η προσπάθεια αφορά στον περιορισμό της ζημίας που υπέστη από τα προηγούμενα λάθη στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και τη διάθεση πολλών στους κόλπους του να απαγκιστρωθούν όσο γίνεται από μια μάλλον «τοξική» για το Ταμείο υπόθεση. Για τους Ευρωπαίους, με επίκεντρο τη Γερμανία, βασικό μέλημα πλέον είναι να μην αποκαλυφθεί επίσημα στους ψηφοφόρους, ενόψει εκλογών, η απώλεια που θα έχουν από τα δάνεια στην Ελλάδα, όπως κι αν εξελιχθεί η κατάσταση. Για την ελληνική πλευρά, πάλι, η προσπάθεια είναι να κλείσει τη συμφωνία με τρόπο που να της επιτρέψει να περιορίσει τις πολιτικές απώλειες και με βασικό γνώμονα τη διατήρησή της στην εξουσία.
Όλα αυτά είναι εύλογα, στον κόσμο που ζούμε, αν σκεφτούμε ότι σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχα φαινόμενα συμβαίνουν και μεταξύ τραπεζών και χρεωμένων επιχειρήσεων, στον υποτίθεται ακραιφνώς «λογικό» χώρο της ιδιωτικής χρηματο-οικονομίας.
Σε πολυάριθμες περιπτώσεις, ο χρόνος που χάνεται είναι εις βάρος και των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Η ψυχρή οικονομική λογική θα έλεγε «κλείστε τις ρυθμίσεις τώρα». Πλην όμως, αυτό σπανίως συμβαίνει και ο χρόνος κυλά μεγαλώνοντας τη ζημία! Κι έτσι οι επιχειρήσεις χάνουν διαρκώς αξία, μειώνοντας και τις προσδοκίες ανάκτησης αυτής της αξίας εκ μέρους των τραπεζών.
Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν ευρύτερα στην οικονομία, εξαιτίας των πολιτικών ελατηρίων της διαπραγμάτευσης. Ήδη η ψυχολογία κινείται στο ναδίρ καθώς συγκεκριμένα «ορόσημα», όπως η ένταξη στο QE, απομακρύνονται, ενώ μήνα με τον μήνα, μειώνεται και το όποιο «λίπος» έχει μείνει προς ανάλωση (δηλαδή πληρωμή υπέρογκων φόρων και εισφορών) στο εσωτερικό της χώρας.
Ταυτόχρονα οι τράπεζες βλέπουν τη θετική τάση κάποιων προηγούμενων μηνών να αντιστρέφεται το 2017 και τα επιχειρηματικά τους σχέδια (ώστε να μη χρειαστεί νέα ανακεφαλαιοποίηση) να τίθενται σε κίνδυνο.
Ίσως το χειρότερο όλων είναι ότι στην παρούσα φάση, όχι απλώς δεν υπάρχει εθνικό σχέδιο για τη χώρα (αυτό έτσι κι αλλιώς ουδέποτε υπήρξε, δυστυχώς, όλα αυτά τα χρόνια), αλλά ούτε και κάποιο οργανωμένο σχέδιο των δανειστών, έστω για τους τύπους.
Σχεδόν όλα εμφανίζονται να είναι στον αέρα και «υπό συζήτηση», με βάση όχι την οικονομική λογική αλλά τη διαπραγματευτική ισχύ των εμπλεκόμενων μερών, προκειμένου να βρεθεί ένας… ελάχιστος κοινός παρονομαστής!
Οι εξελίξεις αυτές συνδυαζόμενες με την ευρύτερη πολιτική -αλλά και γεωπολιτική- αβεβαιότητα διεθνώς αυξάνουν, όπως είναι λογικό και επόμενο, τον λεγόμενο κίνδυνο «ατυχήματος».
Τον κίνδυνο δηλαδή να ξεφύγουν οι εξελίξεις από μια «προβλέψιμη» και ελέγξιμη τροχιά, εις βάρος τόσο της Ελλάδας, όσο και της Ευρώπης. Πρόκειται για κίνδυνο που δεν αφορά μόνον σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, αλλά και σε μεσοχρόνιο, καθώς υπό διαμόρφωση είναι ουσιαστικά το πλαίσιο των προϋποθέσεων/απαιτήσεων για μετά το 2018.
Κάποιες πληροφορίες αναφέρουν ότι τα βασικά θέματα έχουν ήδη ρυθμιστεί με τρόπο κοινά αποδεκτό. Μακάρι, εδώ που έχουμε φτάσει να είναι έτσι και να κλείσει η διαπραγμάτευση σε αυτό τον χρόνο. Διότι η μη λύση είναι μάλλον χειρότερη από μια κακή λύση, στην περίπτωση της χώρας μας. Ωστόσο, το κατά πόσον αυτές οι ρυθμίσεις θα αποδειχτούν προς όφελος της χώρας και δεν θα οδηγήσουν σε ένα νέο αδιέξοδο προσεχώς, ιδίως όταν έχουν συμφωνηθεί με αυτούς τους όρους, μένει να… αποδειχτεί.

www.euro2day.gr  20/2/2017


Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Θέατρο διαλόγου

του Παντελή Μπουκάλα

Εφόσον ο δημόσιος λόγος, στην προφορική του ιδίως εκδοχή, έτσι όπως ακούγεται στη Βουλή και στους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ποντάρει πρωτίστως στις ατάκες και στα λεκτικά παιγνίδια, δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο δημόσιος διάλογος βαλτώνει. Θόρυβο παράγει, κανείς δεν το αμφισβητεί. Και κάποιους μπορεί να τους φανατίζει. Αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του – ή τουλάχιστον δεν θα ’πρεπε να είναι, αν η ενηλικίωση της δημοκρατίας μάς αφορά και μας πονάει όλους.

Το πρόβλημα δεν είναι το πάθος, η σφοδρότητα, η οξύτητα. Δεν γίνεται δίχως αυτά. Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά δεν προκαλούνται επειδή ο καθένας από τους εκάστοτε συνομιλητές ακούει προσεχτικά τι λένε οι υπόλοιποι και εξεγείρεται εξαιτίας των αυθεντικών λεγομένων τους, αλλά επειδή, χωρίς να τους ακούσει, χωρίς να νοιάζεται να τους ακούσει, είναι εκ προοιμίου εξεγερμένος. Δεν δίνει την προσοχή του σε ακέραιες φράσεις. Δεν κρατάει σημειώσεις, ώστε κατόπιν να απαντήσει συγκεκριμένα επί του συγκεκριμένου. Του αρκεί μια λεξούλα, ένα ξεφτίδι, για να αρπαχτεί από αυτό και να εξαπολύσει, με την ίδια πάντοτε αυταρέσκεια, όσα έχει ήδη γράψει ή του έχουν γράψει. Μονόλογο ακούει, με μονόλογο θα απαντήσει. Ενα θέατρο διαλόγου ερήμην τού λόγου... Κάποιος αρχαίος φιλόσοφος είχε ισχυριστεί ότι στις συζητήσεις βγαίνει νικητής αυτός που ακούει περισσότερο και προσεχτικότερα, γιατί έτσι αποκτά το πλεονέκτημα να ξέρει επακριβώς σε τι οφείλει να αντιτεθεί, άρα και πώς να επιχειρηματολογήσει. Μάλλον αστειευόταν.

Μέρα τη μέρα, βδομάδα τη βδομάδα, ο ακροατής του δημόσιου διαλόγου (ο θεατής του μάλλον) βεβαιώνεται πως η παρερμηνεία και η προκρούστεια αντιμετώπιση της ομιλίας των άλλων, ώστε να απομονωθεί και να αποσπαστεί ένα διευκολυντικό ξεφτίδι, δεν είναι κάτι σποραδικό και τυχαίο. Είναι δόγμα, σύστημα, πρόγραμμα. Είναι ένα έθιμο εξαιρετικά βολικό τόσο για τους κομματικούς ρήτορες, αποφασισμένους να υποβαθμίσουν τον πολιτικό λόγο έως το επίπεδο του επιφωνήματος, όσο και για τους θεράποντες μιας βαμμένης, εξαρτημένης δημοσιογραφίας.

Καθημερινή 4/2/2014

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Παγκοσμιοποίηση και εθνικισμός

του Αντώνη Λιάκου

Διαβάζουμε κουραστικές, ανούσιες και επαναλαμβανόμενες αναλύσεις για την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία της Αμερικής. Η έννοια του λαϊκισμού με τη χρόνια κατάχρησή της έχασε κάθε ερμηνευτική δύναμη και ιδιαίτερα για τη χώρα της οποίας το Σύνταγμα αρχίζει εμβληματικά με τη φράση «We the people». Εκείνο που έχει σημασία ενδεχομένως να τονισθεί είναι ότι η Δεξιά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, εκείνη που με το δίδυμο Ρίγκαν - Θάτσερ πραγματοποίησε τη θεαματικότερη πολιτική στροφή στον δυτικό μεταπολεμικό κόσμο δημιουργώντας -ισμούς με το όνομά τους, τώρα με τον Τραμπ και τη Μέι κάνει κάτι επίσης αδιανόητο: σηκώνει τη σημαία της κοινωνικής ανισότητας, της υπεράσπισης των φτωχών, την προστασία της εθνικής οικονομίας από τον κίνδυνο της παγκοσμιοποίησης και των ανέργων από τους μετανάστες. Δεν έχει σημασία που οι Τόρηδες συνώνυμο του ελιτισμού παρά του λαϊκισμού είναι, ή πως ο Τραμπ είναι βαθύπλουτος και επιδειξίας του πλούτου του. Στο κάτω-κάτω, η «Δυναστεία» ήταν η πιο δημοφιλής τηλεσειρά.

Γιατί όχι, αφού η ευπρεπής και καλλιεργημένη μεσαία τάξη, οι πολιτικοί και οι διανοούμενοί της, κεντροαριστερής ή κεντροδεξιάς απόχρωσης, κόπτονται μεν για τα δικαιώματα και τη διαφορετικότητα, αδιαφορούν δε εκκωφαντικά για οτιδήποτε αφορά  την κοινωνική ανισότητα; Μοιάζει πια αγεφύρωτη η διάσπαση ανάμεσα σε αυτές τις δύο έννοιες. Η αδιαφορία για την κοινωνική ανισότητα οδηγεί σε μια ελιτίστικη αντίληψη της δημοκρατίας, στο άδειασμά της από κάθε λαϊκό περιεχόμενο. Υπήρξαν σχολιαστές που υποστήριζαν ότι και ο Σάντερς συνέβαλε στην εκλογή του Τραμπ, γιατί εξήπτε το ακροατήριό του με την κοινωνική κριτική. Είναι οι ίδιοι που θεωρούν ότι καμιά σοβαρή πολιτική απόφαση δεν πρέπει να τίθεται σε λαϊκή ετυμηγορία. Οι θιασώτες της μεταδημοκρατίας. Από την άλλη, η αδιαφορία για τα δικαιώματα, και κυρίως για τους μετανάστες, σημαίνει αδιαφορία για τις ελευθερίες και τη διαφορετικότητα, πολιτικό αυταρχισμό, αστυνομική αυθαιρεσία, εθνικισμό και Ακροδεξιά, ακυρώνει πολιτισμικές κατακτήσεις μισού αιώνα.   

Αυτός ο διχασμός διαπερνά οριζόντια τις χώρες αλλά έχει διεισδύσει στις πολιτικές παρατάξεις και της Δεξιάς και της Αριστεράς, όπως ορίστηκαν ιστορικά. Και συνήθως κρύβεται κάτω από επίπλαστα διλήμματα που παρουσιάζονται ως εθνολαϊκισμός εναντίον μεταρρυθμίσεων, ως ορθός λόγος εναντίον ανορθολογισμού, ως η υπευθυνότητα εναντίον ανεύθυνων υποσχέσεων. Και καθώς οι μόνοι με μαζικό ακροατήριο που έμειναν για να καταγγέλλουν την κοινωνική αδικία, μετά και την παραδειγματική πειθάρχηση της ελληνικής Αριστεράς, είναι οι εθνικιστικές δυνάμεις, τότε η άνοδος του Τραμπ πιθανότατα θα σημάνει την ανασύνταξή τους.

Το στυλ Καμμένου, κακώς διακωμωδείται ως ελληνικό καπρίτσιο γιατί, όπως βλέπουμε και θα δούμε στις προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές, ανταποκρίνεται σε άποψη εμπεδωμένη και με έρεισμα. Η αυταπάτη τους βέβαια είναι ότι ο Τραμπ, το Brexit, η απευκταία μεν αλλά ενδεχόμενη επικράτηση της Λεπέν θα σταματήσουν την πορεία της παγκοσμιοποίησης για να επαναφέρουν την εθνική κυριαρχία και επομένως την προστασία της εργατικής τάξης από την παγκοσμιοποίηση. Η αυταπάτη αυτή βασίζεται στην αντίληψη, αρκετά διαδεδομένη και στην Αριστερά, ότι η παγκοσμιοποίηση είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά πολιτικών αποφάσεων. Αν επομένως αρθούν, όπως π.χ. η απόσυρση της Αμερικής από τις διαπραγματεύσεις ελευθέρου εμπορίου του Ειρηνικού και τη NAFTA, αν υιοθετηθούν πολιτικές ενίσχυσης του εθνικού νομίσματος και της εθνικής αγοράς, τότε η εσωτερική παραγωγή θα ανακάμψει, η ανεργία θα περιοριστεί και οι παλιές καλές ημέρες θα επιστρέψουν.

Εκείνο που ένας ιστορικός θα είχε να αντιτείνει είναι ότι η παγκοσμιοποίηση περνά μέσα από πολιτικές αποφάσεις, επιταχύνεται ή επιβραδύνεται, ωστόσο δεν αναστέλλεται. Γιατί αποτελείται από διαδικασίες οι οποίες δεν άρχισαν βέβαια στη δεκαετία του 1990 αλλά πολύ νωρίτερα. Πρόκειται για βαθιές τεχνολογικές, παραγωγικές, πολιτισμικές αλλαγές που υπερβαίνουν γεωγραφικούς και πολιτισμικούς καταναγκασμούς. Αγκαλιάζουν το σύνολο της ζωής των σύγχρονων κοινωνιών, μειώνοντας το βάρος των πολιτικών αποφάσεων, αν και χρησιμοποιούν ως όργανο το κράτος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο εθνικισμός και ο προστατευτισμός κάλπαζαν. Αυτό όμως καθόλου δεν εμπόδισε την παγκοσμιοποίηση να τυλίγει τον πλανήτη με σιδηροδρομικά δίκτυα, ατμοπλοϊκά δρομολόγια, τηλεγραφικά σύρματα, διεθνή ομόλογα, εναρμονισμένα μέτρα και σταθμά, και ένα σωρό άλλα, αυτονόητα σήμερα. Δεν εμπόδισε η έξαρση του εθνικισμού τον Φιλέα Φονγκ το 1873 να κάνει τον γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες, ούτε ο πόλεμος του 1914-18 τα ρολόγια των στρατιωτών που αλληλοσκοτώνονταν να δείχνουν ίδια ώρα.

Παγκοσμιοποίηση και εθνικισμός μπορούν να προχωρήσουν χέρι-χέρι. Οι πολιτικές αποφάσεις μπορούν να επιβραδύνουν ή να καθυστερήσουν αυτή τη διαδικασία, ή να επιχειρήσουν να θέσουν κανόνες, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Δεν μπορούν να την αναστείλουν ή να την ανατρέψουν. Οταν αλλάζει μια εποχή, πολλές εκδοχές δραστηριοποιούνται. Αλλά εν τέλει αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της μετάβασης αυτής. Χρειάζεται να καταλάβουμε ψύχραιμα τη νέα εποχή χωρίς ναρκισσιστικές επιδείξεις αγανάκτησης. Παγκοσμιοποίηση δεν σημαίνει διεύρυνση της ευημερίας και της ελευθερίας, όπως πίστευαν οι μεν, δεν σημαίνει όμως και μια ιδεολογική-πολιτική απόφαση που την αναιρείς βολονταριστικά με μιαν άλλη απόφαση.

Για να επιβιώσει η δημοκρατία χρειάζεται να κρατιούνται μαζί οι δύο άκρες του κομμένου νήματος, δηλαδή και η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της διαφορετικότητας, και η πολιτική καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων, της ανεργίας, και των θυμάτων  της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δημοκρατία σημαίνει We the people, λαϊκή κυριαρχία. Αλλά για να επιβιώσουν οι δημοκρατίες στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον χρειάζονται διεθνείς ρυθμίσεις, σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο αλλά και εμπνεόμενες από βασικά ουνιβερσαλιστικά ιδεώδη όπως ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής και προσωπικότητας, η καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας και η έγνοια για το περιβάλλον.  


ΒΗΜΑ 29/1/2017

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Μεταπραγματικότητα και Μεταφυσική

Του Κώστα Βεργόπουλου

Aπο τις 16 Νοεμβριου του ληξαντος ετους, το εγκυρο Λεξικο της Οξφορδης, πληροφορει το κοινο του οτι η λεξη που αναδειχθηκε το 2016, η λεξη της χρονιας, ηταν ο νεολογισμος «μετα-αληθεια».
Οπερ εστί μεθερμηνευομενο η «μεταπραγματικοτητα». Οχι λοιπον  η αντικειμενική πραγματικοτητα που υπαρχει και καθοριζει την ζωη ολων μας, ακομη και οσων μαχονται για να την αλλαξουν, αλλα η «πραγματικοτητα» που δεν υπαρχει οπωσδηποτε, αλλα αυτη που θα μπορουσε να υπαρξει,  οπως αυτή προσλαμβανεται απο την περιρρεουσα κοινη γνωμη και ενδεχομενως από μεγαλο αριθμο πολιτων. Ο ορος «πραγματικοτητα» παυει πλεον να ορίζεται ως κατι το αντικειμενικο, αφου καθοριστικωτερη σημασια για τον ορισμό και την αποδοχη της αποδιδεται στην υποκειμενικη και συλλογική προσληψη της απο τους πολιτες.
Επομενο ηταν μετα απο την σαρωτικη επελαση της «μετα-νεωτερικοτητος» να ακολουθησει και η «μετα-αληθεια» και απο κοντα η «μεταπραγματικοτητα». Απο την στιγμη που γινεται δεκτο οτι το παρελθόν δεν ειναι παρα ενα αφηγημα, γιατι αραγε να μην ισχυει το αυτο και για το παρον. Αφηγημα το ενα, αφηγημα και το αλλο. Και ακομη μεγαλυτερο αφηγημα το μελλον. Δεν υπαρχει πλεον καμια απολυτως ανάγκη τεκμηριωσης, η καθε πλευρα δικαιουται να εμφανιζει το αφηγημα της και βεβαια με τον μοναδικο κινδυνο της επικυρωσης ή της απορριψης απο τους ιδιους τους οπαδους της. Οπως ετονιζε ο δυτικος πατερας της εκκλησιας Τερτουλιανος (150-210 μ.Χ), η πιστη δεν χρειαζεται καμια αποδειξη ούτε τεκμηριωση: «πιστευω σε κατι ακριβως επειδη ειναι παραλογο».
Ωστοσο, ο νεολογισμος της «μετα-αληθειας» και της «μετα-πραγματικοτητος» δεν συνιστα πρωτοτυπια της εποχης μας. Απο τις αρχες του τρεχοντος αιωνος, ειχε αναδειχθει ο ορος «εικονικη πραγματικοτητα» με την εννοια οτι η πραγματικοτητα δεν ειναι αυτη που εμπιπτει στις αισθησεις και ελεγχεται απο αυτες, αλλα κατι που ορισμενες ελιτ μπορουν να συλλαμβανουν για λογαριασμο ολων που στερουνται φαντασιας. Εαν υπαρχει σημερα καποια πρωτοτυπια στον νεολογισμο της χρονιας, αυτη εντοπιζεται στον κυνισμο της και στην ομολογια της οτι η πραγματικοτητα δεν ειναι αυτη που ολοι υφισταμεθα, αλλα αυτη προς την οποια κατατεινουν ολες οι θυσιες και τα βασανα στα οποια εν ονοματι της υποβαλλονται οι λαοι και η ανθρωποτητα.
Φυσικα, δεν πρωτη φορα που εμφανιζεται παρομοιο εγχειρημα υποβάθμισης της πραγματικοτητος εν ονοματι καποιας αλλης που δεν υπαρχει παρα μονον στην φαντασια των προαγωγων της. Στο ιστορικο παρελθον, παρομοιος ηταν ο ρολος της θρησκειας, η οποια υποβαθμιζε τις ταλαιπωριες της πραγματικης ζωης με την επαγγελια της αιωνιοτητος για τους ταπεινους και καταφρονεμενους αυτου του κοσμου. Στην συνεχεια, ο ιδιος ρολος ανατεθηκε στις ιδεολογιες, οι οποιες επανελαβαν το θρησκευτικο σχημα, προσθετοντας οτι ο παραδεισος και η αιωνια ευτυχια θα μπορουσαν να επιτευχθουν σε αυτην εδω την ζωη και οχι πλεον στον αλλο κοσμο. Στην τριτη φαση, εξαγγελθηκε το «τελος ολων των ιδεολογιων» μαζι με το «τελος της ιστοριας», με συνεπεια την καθήλωση των κοινωνιων στην οδο της αποδομησης τους. Η λεγομενη μετα-νεωτερικη σκεψη ανελαβε να πεισει ολους οτι ειχαν βασισει τις προσδοκιες τους για ενα καλυτερο κοσμο σε απλα αφηγηματα, τα οποια ησαν πλεον νεκρα.
Σημερα, η αναδειξη του ορου της «μεταπραγματικοτητος» δεν ειναι παρα μια φυσιολογικη εξελιξη, ενα υποπροιον των προηγουμενων εννοιων, με σκοπο να αποσπα την προσοχη απο ο,τι το θλιβερο και απαράδεκτο συμβαινει γυρω μας στο παρον.
Ο νεολογισμος της «μεταπραγματικοτητος» διακινειται σημερα προς πασα κατευθυνση, ειτε με υποτιμητικη εννοια ειτε ακομη και με υπερφιαλη και αλαζονικη. Οι υποστηρικτες του Brexit στη Βρετανια, αλλα και του Τραμπ στις ΗΠΑ αρχικα εστιγματισθηκαν για αυτο απο τους αντιπαλους τους. Ομως, στην συνεχεια οι ιδιοι δεν ειχαν κανενα κομπλεξ να αναλαβουν για λογαριασμο τους τον επιμαχο ορο, βασιζομενοι βεβαια οχι στην αντικειμενικη τεκμηριωση της υπεροχης του, αλλα στην απογνωση των θυματων της παγκοσμιοποιησης και στην ευπιστια τους προς οσους την κατηγγειλαν, περα απο καθε λογικο ελεγχο με βαση τα αντικειμενικά στοιχεια. Φυσικα, ειναι αναμφισβητητο οτι η ΕΕ εχει επιλεξει την οδό της απωλειας της και ακομη περισσοτερο η παγκοσμιοποιηση την οδο της αποσυνθεσης της. Ωστοσο, υποτιθεται οτι ζουμε σε μια εποχη που απέχει πολλους αιωνες και χιλιετιες απο εκεινην των προφητων και των ευαγγελιστων. Δεν αρκει σημερα η πιστη για να αλλαξουν τα πραγματα, χρειαζεται ακομη να κατατεθει δημοσια και η επαγγελλομενη εναλλακτική πορεια που επι του παροντος δεν δειχνει καθολου οτι εχει μελετηθει με την δεουσα σοβαροτητα. Αφου στην εποχη μας μετανεωτερικοτητα μας μεταφερει στον προ-νεωτερικη, στην μεσαιωνικη περιοδο της ιστοριας, γιατι αραγε και η εκτος οιασδηποτε δυνατοτητος ελεγχου «μετα-πραγματικοτητα» να μην μας μεταφερει ακομη πιο πισω, στην περιοδο της μετα-φυσικης των πρωτων αιωνων του χριστιανισμου, τοτε που η απογνωση των ανθρωπων ειχε αναγαγει την πίστη σε ανωτερη αξια από την γνωση;

TVXS.GR  18/1/2017

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Συνειδητοποιώντας την αλλαγή εποχής

του Νικόλα Σεβαστάκη

Μια Ευρώπη ζαλισμένη από το Brexit, την καινούργια ιταλική αβεβαιότητα, την ανακύκλωση της ελληνικής εκκρεμότητας. Με σοβαρές κρίσεις ταυτότητας που έχουν γεννήσει νέα κινήματα «ταυτοτικής» Δεξιάς. Και στο μεταξύ, παντού να κυριαρχεί η εντύπωση πως οι πάνω έχουν χάσει την  επαφή με τους κάτω. Και την ίδια στιγμή να βλέπει κανείς την ισοπεδωτική αποκήρυξη των ελίτ από... άλλες ελίτ (γιατί τι άλλο είναι οι καταγγέλλοντες διανοούμενοι;) και στην πολιτική σκηνή να παρατάσσονται τόσα αμέτρητα «εγώ» σε βάρος των οικείων πολιτικών παραδόσεων. Αρκεί, ας πούμε, να δει κανείς τον πολλαπλασιασμό των υποψηφίων για τις προκριματικές εκλογές του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ή τις αμέτρητες, πια, φιλοδοξίες στην ελληνική Κεντροαριστερά για να πάρει μιαν ιδέα του προβλήματος.

Και όμως, πολλά από αυτά τα παρακμιακά της Ευρώπης δείχνουν πολυτέλειες, αν σκεφθεί κανείς το Χαλέπι, τη Μοσούλη, τη Λιβύη (που έχει ξεχαστεί). Και αν το βλέμμα στραφεί και δίπλα μας, στην αλλοπρόσαλλη και βίαιη Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν όπου ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία ανταλλάσσουν τεχνογνωσία σε συνθήκες πολιτικής ασφυξίας.

Ισως λοιπόν η παραδοσιακή λέξη αστάθεια είναι ευφημισμός για το ιστορικό τοπίο του παρόντος. Φαίνεται πως έχουμε κάτι περισσότερο: το ξήλωμα των ραφών του κόσμου που είχε διαμορφωθεί στον ύστερο 20ό αιώνα. Τα σύνορα, τα κράτη, οι αγορές, οι ιδεολογίες ζουν μια περίοδο απρόβλεπτης αναδιάταξης, χωρίς κάποιο «καθοδηγητικό κέντρο» και με πλήθος χαοτικά επεισόδια.

Δεν είναι όμως απροσδιόριστη και η κατεύθυνση των αλλαγών που συντελούνται. Κακά τα ψέματα, η τωρινή φάση των απορρυθμίσεων δείχνει ότι θα ζήσουμε νέους ριζοσπαστισμούς και συντηρητισμούς. Το παιχνίδι παίζεται στα όρια των θεσμών και των πρακτικών που γνωρίζαμε για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της «κανονικότητας». Λέξεις οικείες από την ιστορία των πολιτικών ιδεών, ο ριζοσπαστισμός και ο συντηρητισμός ενώνουν πλέον τις δυνάμεις τους και φτιάχνουν υβρίδια ανθεκτικά στην παραδοσιακή κριτική.

Το κοινό των νέων ρευμάτων είναι η περιφρόνηση για τους κανόνες δικαίου, η απέχθεια για τους «τύπους», η λοιδορία για το πνεύμα των συμβιβασμών. Το βλέπουμε στην Αμερική που ετοιμάζεται για την προεδρία Τραμπ και το αναδυόμενο επιτελείο του γεμίζει από φιγούρες που ενσαρκώνουν την ωμότητα χωρίς φιλελεύθερες περιφράσεις. Το αισθανόμαστε, στην ακραία του μορφή, σε ζοφερά πρόσωπα όπως ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε, ο νέος πρόεδρος των Φιλιππίνων, που παραπέμπει σε βασανιστή της ειδικής ασφάλειας αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν υπολείπεται δημοφιλίας. Το υποψιαζόμαστε με τη διάχυση φιλο-αυταρχικών τάσεων σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και στα μέρη μας. Και εδώ πρέπει να διακρίνουμε την επιθυμία των ανθρώπων για ευνομία και ασφάλεια από τις δημαγωγικές εκτροπές μιας ιδεολογίας που υπόσχεται την εύκολη πρόσβαση σε αυτά τα αγαθά.

Προφανώς, το κράμα ριζοσπαστισμού και συντηρητισμού ποτίζει δεξιά και αριστερά εδάφη, ειδικά όταν έχουν φθαρεί κληρονομημένοι ηθικοί κώδικες και πολιτικά σύνορα. Η  εντύπωση, για παράδειγμα, πως όλα είναι εν τέλει ψεύδος και υποσχέσεις χωρίς αλήθεια, εντύπωση που χαράχθηκε βαθιά στο κοινωνικό σώμα με την αποφασιστική συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι βασικός τροφοδότης ενός πολιτικού μηδενισμού. Είτε μιλάμε για  την παθητική αναδίπλωση των ατόμων στις βιοποριστικές τους έγνοιες, είτε για το ενδεχόμενο να δούμε καινούργιες εφεδρείες αγανακτισμένης βίας που θα επικαλούνται την πολιτική ματαίωση και τη διαιώνιση της κρίσης. Και οι δύο στάσεις, η μοιρολατρική και η βίαιη, ενισχύονται από τα ψεύδη και την απουσία αυτοκριτικής στο πολιτικό σύστημα.

Η ελληνική σκηνή της κρίσης έχει άλλωστε τα δικά της χαρακτηριστικά. Συναντά μεν τη γενικότερη ευρωπαϊκή δυσθυμία και την παγκόσμια αβεβαιότητα αλλά η πρωτοτυπία της βρίσκεται στην πρωτοφανή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Ενα μεγάλο απόθεμα τυχοδιωκτισμών και μικροπολιτικής μεγεθύνει τις συνέπειες που ήδη έχει η κρίση στην οικονομία και στην απασχόληση. Και βλέπουμε πως οι ρουτίνες αλληλοσπαραγμού που έχουν ένα ιστορικό βάθος επανεμφανίζονται, έστω με ρητορικούς ανένδοτους και απειλές στο Κοινοβούλιο.

Είναι καλό, από την άλλη, να έχει κανείς επίγνωση ότι είναι αδύνατη η επιστροφή σε μια «κανονικότητα» τύπου δεκαετίας του '90. Οτι η κατάργηση της λιτότητας ή το νέκταρ της θεάς Ανάπτυξης πρέπει να καταχωρηθούν στην προϊστορία των κομματικών υποσχέσεων. Και πως το πιθανότερο είναι ότι οι άγριες μεταβολές στην οικονομία, στις πολιτικές συμπεριφορές, στις λαϊκές ιδεολογίες θα συνεχιστούν. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η αγνόηση αυτών των αλλαγών, ούτε η ψεύτικη και καιροσκοπική προσαρμογή στις νέες μόδες (λ.χ. σε εθνικοσυντηρητικές λογικές).

Πιο χρήσιμη είναι νομίζω η συνειδητοποίηση πως συμβιώνουμε με άγνωστους παλαιότερα υπαρξιακούς και πολιτικούς κινδύνους. Διότι τίποτα πλέον δεν είναι δεδομένο: ούτε η Ευρώπη και η προστασία της, ούτε η επιστροφή της ευημερίας, ούτε η συρρίκνωση των εθνικιστικών παθών στην εποχή της δικτύωσης κ.λπ. Ολα μοιάζουν αναστρέψιμα ή, έστω, υπερβολικά ευάλωτα. Τι σημαίνει όμως πρακτικά αυτή η συνειδητοποίηση; Νομίζω ότι θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για όσους αφήνουν πίσω τις απλουστευτικές και μονοσήμαντες ερμηνείες της κρίσης: τον γενικόλογο αντινεοφιλελευθερισμό ή αυτόν τον χύμα και οριζόντιο αντιγερμανισμό από τον οποίο πιανόμαστε κάθε φορά που δυσκολεύουν τα πράγματα.

Αν το 2017 είναι χρόνος με ισχυρότερους ακόμα κλονισμούς στο ευρύτερο περιβάλλον μας θα μπορούσε, παρ' όλα αυτά, να γνωρίσει μια άλλη ελληνική τροχιά: την αναζήτηση μιας νέας ορθολογικότητας που θα έχει αφυπνιστεί πραγματικά (και όχι διακηρυκτικά) από τις απειλές και θα έχει μάθει να απευθύνεται, ξανά, στην κοινωνία. Χωρίς τους περιορισμούς του ελιτισμού αλλά και δίχως την πανικόβλητη μίμηση του λαϊκισμού, σε μια προσπάθεια «προσαρμογής» στο ρεύμα.

Οταν η αβεβαιότητα γίνεται πια ο κανόνας δεν έχει κανένα όφελος ούτε ένας ορθολογισμός που δεν τον καταλαβαίνουν οι πολίτες ούτε ένας πολιτικός συναισθηματισμός που εκμεταλλεύεται απλώς τη δυσφορία και τα μίση.

Βημα 31/12/2016


Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Οι αμηχανίες της πολιτικής


του Νικόλα Σεβαστάκη

Ζούμε έναν νέο ιστορικό κύκλο. Στη διεθνική, πολύμορφη αγανάκτηση που άλλοτε κατορθώνει να ενσαρκωθεί πολιτικά κι άλλοτε διασπείρεται στο κοινωνικό σώμα σαν μια μάζα από δυσαρέσκεια και ανημπόρια.

Η δυναμική του Τραμπ ήταν μια ιδιαίτερη, αμερικανική παραλλαγή αυτού του κύματος. Η νίκη του προξένησε κατάπληξη στους περισσότερους, αν και όλοι είχαν μια ιδέα για το ρεύμα που τον έφερε στην Προεδρία.

Υπάρχει όμως καιρό τώρα ένα πρόβλημα στους παρατηρητές των δημόσιων πραγμάτων, ειδικά σ' όσους προέρχονται από τους παραδοσιακούς χώρους της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς: βλέπουν ένα φαινόμενο, αναλύουν, κάποτε εύστοχα, τον χαρακτήρα του αλλά την ίδια στιγμή υποτιμούν το βεληνεκές του. Γιατί; Ισως επειδή μοιράζονται μια συγκεκριμένη αντίληψη για το βάρος της κοινής λογικής στις αποφάσεις των ανθρώπων, για τη συναίνεση και την απόρριψη των έντονων παθών στην πολιτική. Γι' αυτό δεν μπορούν να διανοηθούν πως οι πολλοί μπορεί να προτιμήσουν έναν «τσαρλατάνο», έναν «ρατσιστή» κ.λπ. Αντιλαμβάνονται τις ανορθόδοξες τάσεις ως δομικά μειοψηφικές, αν όχι περιθωριακές.

Αλλά ο κύκλος στον οποίο έχουμε μπει μοιάζει να διαψεύδει τις ορθολογικές και συνετές συντεταγμένες της σκέψης μας. Περιμένουμε ας πούμε κάτι κακό εδώ κι εκεί αλλά κατά βάθος δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να συμβεί το χειρότερο διότι διατηρούμε την πεποίθηση πως το κατάλληλο επιχείρημα νικάει στο τέλος τους σκοταδιστικούς λόγους και πως η ψύχραιμη διάγνωση των πραγμάτων θα στείλει στον αγύριστο τους «ακραίους».

Πρέπει πια να αφήσουμε πίσω μας αυτές τις μεταφυσικές σιγουριές της ανάλυσης. Οχι εγκαταλείποντας το αίτημα για μια πιο ορθολογική και δίκαιη κοινωνία αλλά διαβάζοντας πιο σωστά τις αντιθέσεις και τους μετασχηματισμούς της εποχής.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε βεβαίως Πρόεδρος από την εκλεκτορική και όχι από τη λαϊκή ψήφο (οι ιδιαιτερότητες του αμερικανικού συστήματος). Θα μπορούσε - λένε πολλοί - να έχει βγει η Χίλαρι Κλίντον, αν, ας πούμε, πήγαιναν στην κάλπη περισσότεροι Αφροαμερικανοί ή αν η ίδια ήταν μια πιο συμπαθής και κοντά στον απλό άνθρωπο, φυσιογνωμία. Παρ' όλα αυτά, η ύλη της αγανάκτησης και των αντιφιλελεύθερων στάσεων θα ήταν παρούσα και θα γεννούσε σημαντικά φαινόμενα και εξελίξεις. Ο,τι και αν είχαμε σήμερα, αυτό που έφερε στο κέντρο της σκηνής ο Τραμπ (πέρα από την περσόνα του) θα ήταν η κυρίαρχη «κινηματική» πραγματικότητα.

Και αυτό είναι το δεύτερο σημείο που δυσκολεύονται να κατανοήσουν οι περισσότεροι παραδοσιακοί αναλυτές: οι νέες μορφές διαμαρτυρίας δεν φαίνεται να είναι συγκυριακές λοξοδρομήσεις μιας κανονικής πορείας. Μπορεί να ήρθαν για να μείνουν. Είναι πιθανόν να αποτυπώνουν μια πιο δομική κρίση της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και όχι απλώς κάποια έκτακτη, λαϊκιστική παρέκκλιση.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το γεγονός ότι οι ανορθόδοξες λογικές και τα παράξενα μείγματα πολιτικής έχουν ανέλθει στην επιφάνεια. Κάτω από την ίδια σημαία, συνωθούνται ο οικονομικός προστατευτισμός, οι αγωνίες ταυτότητας, το μίσος για τους φιλελεύθερους και αριστερούς «διεθνισμούς» αλλά και η επιστροφή στον μύθο μιας απλής, αδιατάρακτης, παραγωγικής κοινότητας. Στο ίδιο χωνευτήρι συναντώνται οι φόβοι για ορισμένες ανομικές τάσεις του χρηματιστικού καπιταλισμού και η επιθυμία για σύνορα και ισχυρές περιφράξεις. Στο ίδιο στρατόπεδο βρίσκει κανείς την αντιπάθεια για (κάποιους) ολιγάρχες και τον δουλικό θαυμασμό για κάποιους άλλους ισχυρούς και πλούσιους.
Σχήματα και φέτες ιδεών από την εθνικιστική δεξιά μέχρι και έναν λαϊκίστικο αντικαπιταλισμό μπορεί να γίνονται συνθήματα στο στόμα ενός δισεκατομμυριούχου που ζει σε ουρανοξύστη ο οποίος φέρει το όνομά του.

Μαζί λοιπόν με την αναρρίχηση Τραμπ στην κορυφή της αμερικανικής δημοκρατίας καλό θα ήταν να περιοριστούν και οι ψευδαισθήσεις της ανάλυσης: να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτά τα φαινόμενα δεν αντιμετωπίζονται με επιθέσεις στο κακό γούστο των οπαδών τους ή με σκανδαλισμό για τις ανάρμοστες και βρώμικες λέξεις που χρησιμοποιούνται. Το ρήγμα ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις και στους «λησμονημένους» (όπως τους αποκαλούσε ο Τραμπ) είναι βαθύ και διαρκεί αρκετά χρόνια. Υπάρχει και στην Ευρώπη, λ.χ. ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες προύχοντες και στα «παλαιάς κοπής» λαϊκά και μικροαστικά στρώματα. Πρόχειρες απαντήσεις δίχως τη σωστή διάγνωση των κινδύνων δεν οδηγούν πουθενά. Και ούτε ο ηθικός εξάψαλμος εναντίον των «αναχρονιστικών δυνάμεων» δεν αποδίδει. Ο πολιτισμικός φιλελευθερισμός, ο αφηρημένος διεθνισμός, οι βεβαιότητες για τον θρίαμβο της κοινής λογικής, όλα αυτά μοιάζουν αδύναμα μπροστά στην απέχθεια για την παγκοσμιοποίηση.

Υπάρχει όμως και μια άλλη λάθος απάντηση. Το να θεωρήσει κανείς πως με έναν αριστερό «τραμπισμό» θα μπορούσαν να διορθωθούν τα πράγματα. Μερικοί το προτείνουν ή το αναλογίζονται εδώ και καιρό: απέναντι στον δεξιό λαϊκισμό να ορθωθεί ένας άλλος αντιφιλελευθερισμός, «προοδευτικός και πατριωτικός».

Αυτή ωστόσο η απάντηση πολλαπλασιάζει την τοξική επίδραση του κύκλου της αγανάκτησης. Δεν μεταστρέφει θετικά το εθνικιστικό κύμα αλλά μάλλον το νομιμοποιεί και το καθαγιάζει ως τη μοναδική, σθεναρή λύση στις αποτυχίες των «συστημικών ελίτ».

Δεν ξέρουμε ποιες συνέπειες θα έχει ο σεισμός Τραμπ στα πολιτικά πράγματα της Αμερικής αλλά και στην Ευρώπη και στο διεθνές σύστημα. Η ρητορική είναι ένας δείκτης, όχι όμως και το μοναδικό κριτήριο για να καταλάβει κανείς το πώς θα πολιτευτεί κάποιος. Οποια εκδοχή και αν κατισχύσει στη συνέχεια, είτε αυτή της εξημέρωσης ελέω εξουσίας, είτε εκείνη των τυχοδιωκτικών επιλογών, το ζήτημα είναι να ανακοπεί το ευρύτερο κύμα, η γενικότερη ιστορική και πολιτική τάση.

Χωρίς εστέτ περιφρόνηση στους «παρωχημένους» ψηφοφόρους αλλά και δίχως αυτομαστίγωμα και άτακτη υποχώρηση ως προς τον φιλελεύθερο, δημοκρατικό οικουμενισμό, πολιτικές μπορεί και πρέπει να διορθωθούν και οι αναποτελεσματικές και φαύλες ηγεσίες να παραμεριστούν. Αν το ιστορικό κύμα της νέας Αντίδρασης ήλθε για να μείνει, οι εναλλακτικές λύσεις δεν θα φτιαχτούν με τα υλικά μιας άλλης αγανάκτησης (προοδευτικής κ.λπ.) αλλά με το βλέμμα στους πολλούς: και στους αποταγμένους της προόδου και σ' όσους βρίσκονται, προσωρινά, σε καλύτερη μοίρα. Θα είναι όμως μακρύς ο δρόμος.

ΒΗΜΑ 13/11/2016

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Μια ήττα και το κόστος της


Από τον Νικόλα Σεβαστάκη 



Η απόφαση του ΣτΕ, έτσι όπως την έχουμε στη γενικότητά της και χωρίς το σκεπτικό, είναι σημαντική πολιτική ήττα της κυβέρνησης. Αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εκείνη και ο Νίκος Παππάς έχουν την ευθύνη γι’ αυτό το στραπάτσο. 

Στην πολιτική κουλτούρα της συριζαϊκής Αριστεράς, το δίκαιο και οι δικαιϊκοί κανόνες πρέπει να υποχωρούν πάντα για να διαβεί η αγαθή (κατά την κρίση τους) βούληση «μιας προοδευτικής κυβέρνησης». Επειδή ξεκινούν από μια τελείως λάθος αντίληψη για την απόλυτη προτεραιότητα της «λαϊκής βούλησης» –στην ερμηνεία που της δίνει, βεβαίως, η συγκεκριμένη κυβερνητική πλειοψηφία– επί των κανόνων, είδαν πρόχειρα και με πολύ άστοχες κινήσεις τα λεπτά ζητήματα ρύθμισης και το θέμα της τάξης στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. 

Στην πρεμούρα και στο πάθος  για επιβεβαίωση αυτού που η κυβέρνηση ονομάζει μάχη κατά της διαπλοκής, υπονομεύτηκε η πραγματική ανάγκη για ρύθμιση του ανταγωνισμού των συχνοτήτων και των άλλων θεμάτων στην αγορά των media.   Το κακό είναι ότι τα στοιχήματα της κυβέρνησης χάνονται αλλά αυτός που κερδίζει είναι η ιδέα πως κάθε ρύθμιση είναι ύποπτη για αυταρχισμό και πως όποιος μιλάει για δημόσια αγαθά συγκαλύπτει τον πιο ιδιοτελή κρατικό-κομματικό επεμβατισμό. 

Όπως συμβαίνει συχνά, ένας δημαγωγικός και ρητορικός «αντινεοφιλευθερισμός» νομιμοποιεί στα μάτια πολλών την αντίληψη πως οι αγορές μόνες τους μπορεί  να λύνουν τα προβλήματα.Η αντίληψη πως ο καλός κυβερνητικός νομοθέτης γνωρίζει καλύτερα από όλους το λαϊκό και κοινωνικό  συμφέρον, βγάζει λοιπόν  στο ακριβώς αντίθετο: στην ιδέα πως τη δημοκρατία την εγγυώνται μόνο οι Ανεξάρτητες Αρχές και τα δικαστήρια.

 Η μια μονομέρεια ενδέχεται να οδηγήσει σε μιαν άλλη. Η πολιτική αφλογιστία και οι αυταρχικοί αυτοσχεδιασμοί να οδηγήσουν στο κράτος των δικαστών. Και η ρητορική της αντι-διαπλοκής (τελευταίο χαρτί του ριζοσπαστικού λαϊκισμού) να γίνει το καλύτερο δώρο στις δυνάμεις της «πιάτσας». Κρίμα. 



Πηγή: www.lifo.gr