Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Εγκληματικές ιδεολογίες και δημαγωγία

Tου Αντώνη Λιάκου*
Είναι ο ναζισμός και ο κομμουνισμός εγκληματικές ιδεολογίες; Ας αποσαφηνίσουμε πρώτα το ιστορικό ζήτημα. Τα μείζονα ιδεολογικά – πολιτικά προτάγματα της νεωτερικότητας είναι σαν τα παγόβουνα. Εχουν ένα εμφανές μέρος ιδεών και αξιών, και ένα αφανές, μεγάλο, βίαιο και αιματηρό εκτόπισμα.
Τρία παραδείγματα: Πρώτο: Ποια ιδεολογία απαίτησε μεγαλύτερες θυσίες, ομοεθνών και αλλοεθνών, από την εθνική ιδεολογία; Ανυπολόγιστος ο αριθμός των θυμάτων για να θεμελιωθεί το σημερινό σύστημα εθνικών κρατών στο οποίο συνεχίζουμε να ζούμε, πόλεμοι, εξανδραποδισμοί, μετοικεσίες, εγκλεισμοί. Δεύτερο: Ζούμε σε καπιταλιστικές κοινωνίες, αλλά ξεχνάμε ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός βασίστηκε στη δουλεία και τα αμέτρητα θύματα που μεταφέρθηκαν από την Αφρική στις φυτείες της Αμερικής, όπως και στα κόκαλα των μικρών παιδιών στο εργοστασιακό σύστημα της Αγγλίας, μια σπονδή που συνεχίζεται αμείωτη στο εργοστασιακό σύστημα που έχει μεταφερθεί στην ΝΑ Ασία. Τρίτο: Η επέκταση των λευκών Ευρωπαίων σε όλο τον κόσμο, η αποικιοκρατία, πώς έγινε; Γενοκτονίες και εγκλήματα, όσα διέπραξαν οι Ευρωπαίοι στην Αφρική, οι λιμοί που προκάλεσαν οι Αγγλοι στην Ινδία, η εξολόθρευση φυλών και λαών στην αμερικάνικη ήπειρο. Και, βεβαίως, και τα δύο μείζονα ιδεολογικά προτάγματα του 20ού αιώνα έχουν αφήσει το βαρύ αιμάτινο αποτύπωμά τους στην ιστορία: ο κομμουνισμός και ο φασισμός.
Το αιμάτινο και βίαιο αποτύπωμα όλων αυτών των ιδεολογικοπολιτικών προταγμάτων τα κάνει εγκληματικά; Να ξεκαθαρίσουμε πριν από την απάντηση ότι η βία έχει πολλές αιτίες και πολλές μορφές. Η βία είναι ένα σύστημα το οποίο εν μέρει έχει τη δική του λογική και αυτονομία, ικανή να μεταλλάξει ακόμη και την πιο ειρηνική ιδεολογία. Για παράδειγμα, ο Χριστιανισμός στην πολυσχιδή και μακραίωνη ιστορία του. Το βίαιο αποτύπωμά του όμως δεν τον καθιστά αυτονοήτως εγκληματική ιδεολογία, όπως, εξάλλου, ούτε την εθνική ιδεολογία. Και στη Γαλλική Επανάσταση θα βρούμε πλήθος από διακηρύξεις και δημόσιες τελετουργίες (γκιλοτίνα) που εξυμνούν τη βία. Ούτε αυτή όμως θα την κατατάξουμε στις εγκληματικές ιδεολογίες.
Τότε τι είναι αυτό που ξεχωρίζει μια ιδεολογία ως εγκληματική; Είναι η διακηρυκτική ταξινόμηση των ανθρώπινων όντων σε ανθρώπους (αξιοβίωτους) και υπανθρώπους (που πρέπει να εξολοθρευτούν). Ο πυρήνας του ναζισμού είναι αυτός. Ακόμη και όλα τα φασιστικά ή φασιστοειδή κινήματα -λ.χ., ο Μεταξάς- δεν είχαν αυτό τον πυρήνα της εγκληματικής ιδεολογίας. Ο ρατσισμός, η ευγονική, η φυλετική αντιμετώπιση της κοινωνίας και της ιστορίας, η επιχείρηση επιστημονικής και βιομηχανικής αποκάθαρσης της ανθρώπινης κοινωνίας (αυτό που επιχειρήθηκε με την εξόντωση των Εβραίων), αυτός είναι ο πυρήνας της εγκληματικής ιδεολογίας.
Εγκληματικές στιγμές και περιόδους έχουν όλες οι ιδεολογίες. Ο ρατσισμός και η «εκπολιτιστική αποστολή» συνυπάρχουν στην αποικιοκρατία. Η περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής, επίσης. Τι άλλο ήταν οι ατομικές βόμβες και οι βομβαρδισμοί πόλεων από τους συμμάχους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Ο πυρήνας όμως της εγκληματικής ιδεολογίας δεν βρίσκεται σε όλες τις ιδεολογίες. Ο ναζισμός και ο σταλινικός κομμουνισμός έχουν παρά πολλά κοινά χαρακτηριστικά και ο ένας μιμήθηκε τον άλλο, παρά το γεγονός της θανάσιμης πάλης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο μαοϊσμός έχει χρησιμοποιήσει σταλινικές πρακτικές, οι Κόκκινοι Χμερ υπήρξαν προϊόν αυτού του επαναστατικού ανθρωποκτόνου πυρετού, τα διάφορα ευρωπαϊκά αντίγραφα Στάλιν επίσης. Αλλά ο ναζισμός δεν εξελίχθηκε, ενώ ο σταλινισμός αποδείχτηκε ένα καρκίνωμα του κομμουνισμού. Η δυστοπία προκύπτει μέσα από την ουτοπία, αλλά ουτοπία και εγκληματικό σχέδιο διαφέρουν. Εχει τη σημασία του να θυμηθούμε ότι οι πρώτοι που άσκησαν κριτική στη ρώσικη επανάσταση ήταν οι σύγχρονοί της Γερμανοί κομμουνιστές και ότι σύνθημα του ευρωκομμουνισμού ήταν ότι ο Σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει.
Τι εξυπηρετεί η εξίσωση φασισμού και κομμουνισμού και γιατί την καταδικάζουμε; Η εξίσωση φασισμού – κομμουνισμού ήρθε στην ευρωπαϊκή πολιτική μετά το 1989 από τις πρώην χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, που βρήκαν ευήκοα ώτα στη συντηρητική στροφή στην Ευρώπη και την Αμερική. Η βασική ιδεολογική πλατφόρμα που συγκροτήθηκε η μεταπολεμική Ευρώπη και στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν ο αντιφασισμός. Εξέχουσα θέση είχαν οι δυνάμεις που στήριζαν το κοινωνικό κράτος (Σοσιαλδημοκρατία, ευρωκομμουνιστές και Χριστιανοδημοκρατία). Η πλατφόρμα αυτή ενισχύθηκε μετά το 1975, με τη συμμετοχή των ευρωπαϊκών χωρών του Νότου. Ωστόσο, μετά το 1989, οι καινούριες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ενοποιήθηκαν με την υπόλοιπη Ευρώπη σε μια εντελώς διαφορετική πλατφόρμα. Δεν ήταν η δημοκρατική του Πάβελ Κόχουτ και του Βάτσλαβ Χάβελ και των αντίστοιχων διανοουμένων από κάθε χώρα, αλλά ο τραχύς αντισοβιετισμός, με αναβίωση φιλοφασιστικών ιδεολογικών ρευμάτων που αναβαπτίστηκαν σε απελευθερωτικά. Η κατοχή αυτών των χωρών από τον σοβιετικό στρατό θεωρήθηκε ως η ήττα της Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τον Στάλιν.
Επομένως, η επανενοποίηση με την Ευρώπη θεωρήθηκε επιστροφή από την αιχμαλωσία. Οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες έκαναν τα στραβά μάτια στην παραβίαση των ελευθεριών των μειονοτήτων στις χώρες αυτές και στην άνθηση ενός εθνικισμού, του οποίου ο κίνδυνος άρχισε να κρούει καμπανάκι με την αντιπροσφυγική κρίση και τις πρόσφατες εξελίξεις στην Πολωνία και την Ουγγαρία. Προείχαν η πλήρης και ριζική αποσοβιετοποίησή τους και η επιβράβευσή τους γιατί έγιναν τα καλά και πρόθυμα παιδιά κάθε νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε βάρος των ίδιων των πολιτών τους. Οι χώρες του Βίζεγκραντ αποτελούν πλέον συμπαγή ομάδα και χρειάζεται μεγάλη προσοχή πια στην αντιμετώπισή τους. Προσοχή που δεν θα ακυρώνει τις ευαισθησίες τους, αλλά θα έχει σταθερό άξονα τη δημοκρατική διαπαιδαγώγηση και τα δικαιώματα.
Οι ιδεολογικές αυτές μετατοπίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο έλαβαν τη μορφή μιας νομοθεσίας που ρύθμιζε τη μνήμη, καταδικάζοντας την αμφισβήτηση των εγκλημάτων του φασισμού και του ναζισμού, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτή η αστυνόμευση της ιστορικής σκέψης αποτέλεσε το αντικείμενο μεγάλης συζήτησης ανάμεσα στους ιστορικούς και οδήγησε στην ομόθυμη καταδίκη εκ μέρους τους των «νόμων της μνήμης» στη Διακήρυξη της Blois «Liberté pour l’Histoire» (2008 – http://www.lph-asso.fr/actualites/50.html).
Στην Ελλάδα τώρα… Αναπτύσσεται μια έξαλλη και ουσιωδώς δημαγωγική αντιπολίτευση. Μέσα από αυτές τις εξαλλοσύνες, δεν ματαιώνονται μόνο η μετριοπάθεια και η νηφαλιότητα που έχει ανάγκη η δημοκρατία, δεν περιφρονείται μόνο ο στοχασμός πάνω στην ιστορία και στα τραύματα του 20ού αιώνα, αλλά χτίζεται το ιδεολογικό πρόσωπο μιας υπερδεξιάς Ελλάδας. Η κρίση προκάλεσε τεράστιες ιδεολογικές μετατοπίσεις, τις οποίες αποκρυσταλλώνουν πρωτοσέλιδα για «Σταλινισμό στην εξουσία» («Νέα», 31/8/17).

* Καθηγητής Ιστορίας
 Νέα Σελίδα 27/8/2017

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Στέλιος Παππάς: Το στωικό πρόσωπο της Αριστεράς που μάχεται και αντέχει

Του Γ. Λακόπουλου


«Τι κάνεις Στέλιο;» «Αγώνα, έχουμε και τίποτε άλλο;». Τυπική στιχομυθία όλων των εποχών με τον Στέλιο Παππα, στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ και πατέρα του υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης.
Όταν ανακοινώθηκε ότι διορίστηκε πρόεδρος στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης συνέβη κάτι που θα θέλαμε να είχε αποφύγει ο δημόσιος βίος: παραβιάσθηκε ο άτυπος κώδικας για διακομματικό σεβασμό σε πρόσωπα που τον  έχουν κατακτήσει με τον βίο τους-και τον είχαν ως τώρα.
Η ΝΔ ανακοίνωσε εξυπνακίστικα ότι ο διορισμός «έγινε κατόπιν κλήρωσης που πραγματοποίησε ο κ. Σπίρτζης. Και σε ανώτερα!». Προσωπικά ο Στ.  Θεοδωράκης, ή κάποιος για λογαριασμό του, τουιτάρισε: «Εδώ Παππάς. Εκεί Παππάς. Παντού Παππάς. Αν και οι τελευταίες πληροφορίες μιλούν για αντικειμενική και αδιάβλητη… κλήρωση».

Και ένα μειράκιο -που  εκτελεί χρέη εκπροσώπου Τύπου του ΠΑΣΟΚ αυθαδίασε προκλητικά πουλώντας πνεύμα με την Τσεσμελή .. , μέσα στην αγνοία του: «Άλλο bus και άλλο μπαμπάς».
Για όσους έχουν ακόμη μέσα τους φιλότιμο και αισθήματα ντροπής  αυτές οι τρεις ανακοινώσεις συνιστούν κατάντημα. Αναφέρονται αβασάνιστα σε έναν άνθρωπο, ο οποίος με το ήθος, το αγωνιστικό και  προσωπικό του παράδειγμα στη διαδρομή του από την Καισαριανή ως τη Γλασκόβη, έχει διδάξει δυο γενιές. Είναι ο γονιός που μακάρι να είχαν όλα τα παιδιά, αλλά και το στέλεχος που μακάρι να είχαν όλα τα κόμματα.
Αν δεν ξέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ας ρωτήσει, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένα πρόσωπα στο κόμμα του, για να στείλει στο σπίτι του τον συντάκτη της ανακοίνωσης. Αν δεν πήρε είδηση το ελεεινό χιούμορ με τον «μπαμπά» η Φώφη, τώρα δεν έχει καμία δικαιολογία να κρατήσει στη θέση του τον πορτ παρόλ της. Και ο  Σταύρος, αν όχι ως πολιτικός τουλάχιστον ως  δημοσιογράφος, θα όφειλε να ξέρει ότι στην πολιτική υπάρχουν εσκαμμένα- για όσους δεν θέλουν να μετατραπεί σε ζούγκλα  ο δημόσιος βίος.
Ο Στέλιος Παππάς, συντονιστής του τμήματος Ευρωπαϊκής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, ανήκει στα πρόσωπα που έχουν καταξιωθεί στη συνείδηση όσων ασχολούνται με τα κοινά, πέρα από τις  κομματικές προτιμήσεις τους. Έχει προσωπικές προδιαγραφές να γίνει πρότυπο δημόσιου λειτουργού -για να μην θυμηθούμε καριερίστες και λαμόγια, που έβαζαν τα κόμματα στο παρελθόν.
Παρών στον αντιδικτατορικό αγώνα -από τις γραμμές της  την ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος,- παλιός ο εκδότης του περιοδικού της οργάνωσης- πέρασε στο  ΚΚΕ Εσωτερικού με τον Κύρκο και τον Μπανιά, γείωσε ως τώρα την πολιτική του δράση στην Καισαριανή, υπήρξε μάχιμος συνδικαλιστής στη ΔΕΗ.
Είναι ακέραιος άνθρωπος και πάνω από όλα ανήκει σ’ αυτούς που σηκώνουν το σταυρό του μαρτυρίου τους αγόγγυστα- είτε τους κυνηγάει η χούντα είτε τους  αδικεί η ζωή. «Είμαι καταδικασμένος να παραμένω αισιόδοξος», είπε πει σε μια συνέντευξη του.
Δεν είναι άνθρωπος της εξουσίας και δεν ξέρουμε γιατί ο Σπίρτζης τον προτείνει για τον ΟΑΣΘ -κάποιοι υποψιάζονται τυπικά ενδοκυβερνητικά παίγνια διαμόρφωσης συσχετισμών. Αλλά αυτό δεν αφορά προσωπικά τον Στέλιο. Αντίθετα θα περίμενε κανείς ότι η τοποθέτησή του σε άμισθη δημόσια θέση θα ήταν, και για τους πολιτικούς αντιπάλους του κόμματός του, εγγύηση διασφάλισής του δημόσιου συμφέροντος.
Πέρα από την αφοσίωση του στο καθήκον έχει και τα τυπικά προσόντα ως οικονομολόγος και επικεφαλής του οικείου επιμελητηρίου. Να μιλούν οι γόνοι για οικογενειοκρατία  -όσοι- έχουν κάνει το όνομά τους επάγγελμα- είναι εξωφρενικό.
Εν πάση περιπτώσει, αν υπάρχει κάποιος από το κυβερνητικό στρατόπεδο για τον οποίο θεωρείται  τουλάχιστόν αθέμιτο να κάνουνε τα κόμματά ασκήσεις ευτελούς αντιπολίτευσης είναι ο  Παππάς. Όχι γιατί η σύγκρουσή του με τη χούντα, τα βασανιστήρια και η εξορία τον κατέστησαν εμβληματικό πρόσωπο στο χώρο  του, αλλά πρωτίστως γιατί η αναμέτρησή του με τις πιο βαριές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος, τον ανάδειξέ σε υπόδειγμα οικογενειάρχη και στυλοβάτη των ανθρώπων που παλεύουν με τις δυνάμεις των κατώτερων θεών.
Παραμένει ένας σεμνός μαχητής της ιδεολογίας του- με την οποία προφανώς πολλοί διαφωνούν -και ένας αποφασισμένος  άνθρωπος της κοινωνίας. Η ανάθεση δημοσίου αξιώματος σε πρόσωπα με λαμπρό και στωικό πρότυπο προφίλ τιμά την πολιτική. Και ρίχνει στην δημόσια περιφρόνηση όσους σπεύδουν -οι κακομοίρηδες- να κάνουν φτηνή  αντιπολίτευση. Διάολε, εκτός από την πολιτική υπάρχουν και οι άνθρωποι. 
www.anoixtoparathyro.gr  10/8/2017

ΥΣ (από anestios) : Ο Στέλιος Παπάς δεν χρειάστηκε να δει συγγενή του υπουργό γιά να δείξει ποιός είναι ή για να καταλάβει δημόσια θέση, ούτε για να "φτιάξει όνομα". Αυτά πολύ επιγραμματικά για τους πολιτικά αμόρφωτους και κοινωνικά και ιστορικά αγράμματους που παριστάνους τους ευρωπαϊστές και μεταρρυθμιστές .
ΥΣ(2) Εδώ μια ακόμα υγιής αντίδραση , ελπίζω να υπάρξουν και  πολλές ακόμα, μπας και ντραπούν μερικοί μερικοί. Αλλά ντρέπονται τα γαϊδούρια;

Δημοκρατία χωρίς δήμο

του Κώστα Μελά

Εδώ και δύο αιώνες σχεδόν –ουσιαστικά από τον Κάντ και μετά– η ηθική γινόταν όλο και περισσότερο ακαδημαϊκός κλάδος, φτωχός συγγενής της φιλοσοφίας, ή υλικό θρησκευτικής κατήχησης. Όμως, εδώ και περίπου 40 χρόνια παρατηρούμε μια φαινομενικά επιθετική επιστροφή ενός λόγου που επικαλείται την ηθική. Ο όρος «λόγος» είναι εξάλλου υπερβολικός. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, η λέξη ηθική χρησιμοποιείται σαν σλόγκαν, ενώ στην καλύτερη αποτελεί σημάδι αμηχανίας και απορίας.

Οι ιστορικοί λόγοι αυτής της επαναφοράς εύκολα μπορούν να εντοπισθούν στο τέλος των μεγάλων πολιτικών αφηγήσεων (αλλά και πράξεων), όπως αυτές έλαβαν χώρα στα τελευταία 200 χρόνια στη Γηραιά Ήπειρο. Το τέλος αυτών των αφηγήσεων σηματοδότησε αφενός η πτώση του Σοβιετικού Συνασπισμού (κύριος φορέας των σοσιαλιστικών ιδεών), αφετέρου η φθίνουσα πορεία των δυτικών δημοκρατιών. Οι δύο αυτές εξελίξεις σηματοδοτούν, υπό μια έννοια, το τέλος της νεωτερικότητας και την εμφάνιση της εποχής που έχουμε ονομάσει μετανεωτερικότητα.

Οι νικήτριες, κυρίαρχες τάξεις

Η σημερινή ιστορική εποχή, στην οποία ο δυτικός άνθρωπος διάγει τον βίο του, σε πολιτικό επίπεδο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως α-πολιτική, αντιπολιτική και απα­θής. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου, όμως, ότι το «πολιτικό» εξαφανίζεται. Τουναντίον, κατά την άποψή μας, το «πολιτικό» ισχυροποιείται και καθίσταται κυρίαρχο, υπακούοντας στα κελεύσματα και τις επιταγές των νικητών αυτής της περιόδου.
Τα τελευταία 100-150 χρόνια διεξάγεται μία πολιτική πά­λη ανάμεσα στις κυρίαρχες και στις κυριαρχούμενες τάξεις. Μπορούμε να την διαβάσουμε υπό το πρίσμα του (αλά Καρλ Σμιτ) διπόλου εχθρός-φίλος. Ή υπό το πρίσμα της μαρξιστικής ταξικής πάλης, ή τέλος της σοσιαλδημοκρατικής οπτικής που επιδιώκει τη διεύρυνση της δημοκρατίας και το δημόσιο νοικοκύρεμα. Όπως και να την διαβάσουμε, θα συμπεράνουμε ανεπιφύλακτα ότι νικητές τουλάχιστον στην παρούσα φά­ση είναι οι κυρίαρχες τάξεις. Ασκούν την πολιτική τους κυριαρχία, επιβάλλοντας τους όρους τους.
Το κεντρικό ιδεολόγημα των νικητών είναι ότι έχει τελειώσει η πολιτική. Την απαξιώνουν στο διηνεκές, ή την μετατρέπουν σε διαδικασία συζή­τησης, επικοινωνίας και συναίνεσης. Δηλαδή, σε μια ουδέτερη διαχειριστική διαδικασία ζητημάτων άνευ ουσίας και ειδικού βάρους. Στόχος τους είναι να εμφανίζουν αυτό ως το πολιτικό πρόβλημα.

Υποτίμηση της Πολιτικής

Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που η απεμπόληση του πολιτικού καθίσταται πρακτικά αδύνατη, η όλη προσπάθεια επικεντρώνεται στην απε­μπόληση της πολιτικής, και την αντικατάστασή της από φορείς της πολιτικής που δεν είναι αναγκασμένοι να δια­βούν τη στενωπό της λαϊκής βούλησης και επιλογής. Φαινόμενο που εμφανώς εμφανίζεται πλέον και  στις «φιλελεύθερες» κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Δύσης.
Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση ριζικής υποτίμησης του παραδοσιακού ρόλου της πολιτικής. Ποιος ήταν αυτός;
  • Πρώτον, ήταν ο χειρισμός της κρατικής εξουσίας στο εσωτερικό των χωρών.
  • Δεύτερον, ήταν ο τρόπος αντιπροσώπευσης και νομιμοποίησης της πολιτικής δύναμης.
Η κατάργηση των ορίων της πολιτικής συνδέεται με την καθιέρωση νέων κέντρων και πεδίων «υποπολιτικής», τα οποία βρίσκονται, πέρα από τους θεσμούς και τις συμβολικές μορφές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Τέτοια κέντρα εξουσίας είναι το οικονομικό και το τεχνοεπιστημονικό σύστη­μα. Επίσης, τα πεδία της αντίστασης και της διαμαρτυρί­ας. Οι νέες εξουσίες, πάντως, επιχειρούν να δημιουρ­γήσουν μια «δημοκρατία χωρίς δήμο», ένα καθεστώς αυτονομημένο από τον λαό του.

H Πολιτική απαιτεί πολίτες

«Οι νεοεμφανιζόμενες δομές εξουσίας προδιαγράφουν μια οργάνωση του κό­σμου, κυριαρχούμενη από νέες ολιγαρχίες. Αυτές στηρίζονται σε κοινωνικές ομάδες και ελίτ, οι οποίες έχουν αποκτήσει μια ισχύ ελέγχου και λήψεων αποφάσεων έξω από το πλαίσιο πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης –άρα και νομιμοποίησης– στα εθνικά κράτη. Η δυναμική αυτών των ολιγαρχιών υπακούει σε μια καθα­ρά κατακτητική λογική. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που μπορούμε να περιγράφουμε την πρόσφατη ιστορία του κόσμου ως την περίοδο της επιστροφής των κατακτητών, της επιστρο­φής μορφών ισχύος και κυριαρχίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νέες βαρβαρότητες. Η με ιστορικούς όρους σύγχρονη εποχή στηρίζεται σε δομές αυταρχικής επέμβασης, οι οποίες δρουν σε παγκόσμια κλίμακα» (Κώστας Μελάς “Παγκοσμιοποίηση”, Εξάντας 1998).
Συνεπώς, το «πολιτικό», στην ανταγωνιστική του διάσταση, ζει και βασιλεύει. Οι πολιτικοί ανταγωνισμοί είναι ακόμα μαζί μας. Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει κι αλλιώς, αφού το πολιτικό περιλαμβάνει όλα όσα αφορούν τη ρητή εξουσία, η οποία περιλαμβάνει τα ιδιαίτερα όργα­νά της, τις συγκεκριμένες λειτουργίες της και το νομικό πλαίσιό της.
Ό,τι παρουσιάζεται ως τέλος της πολιτικής, ή ως εξαφάνιση του ανταγωνισμού, είναι αποφθέγματα μίας δημαγωγίας εκσυγχρονιστι­κού τύπου. Ή πρόκειται για ασταθή παρέμβαση ενός παλαιοπώλη της ηθικής! Επομένως, το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Πολιτική είναι πάντοτε παρούσα και απαιτεί τη συνεχή προσπάθεια των πολιτών.
www.stavroslygeros.gr  10/8/2017

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Αριστεία: μεταξύ δαρβινισμού και εξισωτισμού

του Λαοκράτη Βάσση

Δεν μπορώ να μη πω πως είναι μελαγχολικό που χρειάζεται  να λέγονται και να τονίζονται τα αυτονόητα για την «αριστεία». Υπό την πρόκληση, μάλιστα, είτε της ύβρεως περί «ρετσινιάς» της, που συνιστά μια από τις πλέον απαξιωτικές κακοποιήσεις της, είτε της «αριστοκρατικής φετιχοποίησής» της που συνιστά και τη χειρότερη άρνησή της ως κοινωνικής αξίας.

Παρότι πιστεύω πως παραβιάζω ανοιχτές θύρες με τη συνηγορία μου υπέρ της κουλτούρας της «αριστείας», θα περιοριστώ, με περιληπτική υπαινικτικότητα, στη θεώρησή της, υπό όρους, ως κοινωνικής υπεραξίας και κοινωνικής επένδυσης. Που είναι καρπός της μεταξύ «κοινωνικού δαρβινισμού» και «κοινωνικού εξισωτισμού» λογικής της αριστοτελικής μεσότητας. Όπου, ας μου επιτραπεί η σχηματικότητα, ο «κοινωνικός δαρβινισμός» είναι η ιδεολογική της παραμόρφωση απ’ τα «δεξιά». Ο δε «κοινωνικός εξισωτισμός» είναι η ιδεολογική της παραμόρφωση απ’ τα «αριστερά».
Τη φετιχοποίησή της αριστείας τη διαπερνά η αριστοκρατική αντίληψη της προνομιακής «καστοποίησής» της στην ήπια εκδοχή της και του «κοινωνικού δαρβινισμού» στην ακραία εκδοχή της. Τη δε ενοχοποίησή της τη διαπερνά η προκρούστεια και ισοπεδωτική αντίληψη του «κοινωνικού εξισωτισμού».

Η αριστεία ως αγαθό

Αυτό που εντέλει κάνει την «αριστεία» αγαθό, με την βαθύτερή του σημασία, είναι η αξιακή της βάση. Η ορίζουσα και προσδιορίζουσα, προφανώς με το κατ’ αρετήν της, την κοινωνική της διάσταση και την κοινωνική της ανταποδοτικότητα ως προστιθέμενη θεμελιακή της ιδιότητα.
Που σημαίνει, σε απλά ελληνικά, πως η φύση δίνει τη δωρεά της (φυσική δωρεά: ευφυΐα ή ταλέντο!) κι η Πολιτεία την καλλιεργεί κατ’ αρετήν στο έπακρο, όπως οφείλει. Επενδύει θεσμικά σ’ αυτή τη δωρεά και επανεπενδύει για το καλό όλων τα οφέλη της. Και υπ’ αυτή την έννοια η φυσική υπεραξία της «αριστείας», της ευφυΐας ή του ταλέντου, γίνεται κοινωνική υπεραξία και αγαθό υψηλής κοινωνικής ανταποδοτικότητας.
Αυτό το «κατ’ αρετήν», όμως, της καλλιέργειάς της είναι συνάρτηση της αξιακής δημοκρατικής βάσης και δημοκρατικής φιλοσοφίας της κοινωνίας, άρα και της παιδείας. Αυτή η φιλοσοφία θεμελιώθηκε στην αρχαία Ελλάδα, όπου και η μαγική συναίρεση ελευθερίας, ισότητας, δικαιοσύνης και αξιοκρατίας, αλλά και η κρισιμότατη συνύφανση γνώσης και αρετής, πράξης και αρετής. Για να μείνουμε πολύ ενδεικτικά σ’ αυτά και στη μη χρησιμοθηρική φιλοσοφία ζωής (με κέντρο τον άνθρωπο!), στην οποία και σηματοδοτικά αναπέμπουν.
Στον αντίποδα πάντοτε της «ερυσιχθόνιας» κυρίαρχης εκδοχής του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού και των πολλών συμπαρομαρτούντων του. Ενδεικτικά αναφέρω την ποσοτικοποίηση των πάντων, τη γνωσιοκρατική χρηστικότητα, τον κυνικό τεχνοκρατικό πραγματισμό και την ανταγωνιστική ατομοκρατία. Ειδικά η τελευταία στην επιχειρηματική οικονομία και στον εμπορευματοποιημένο αθλητισμό οδηγεί στην κατ’ επίφασιν αριστεία των «γκόλντεν μπόις» και της «ντόπας».

Εναρμόνιση ελευθερίας και ισότητας

Την αριστεία την αποθεώνει η αξιακή βάση της δημοκρατικής φιλοσοφίας, όπου η δικαιοσύνη και η αξιοκρατία εναρμονίζουν ελευθερία και ισότητα, αποτρέποντας τις προρηθείσες ακρότητες και εκτροπές. Δηλαδή απ’ τη μια τον φετιχισμό και τον «κοινωνικό δαρβινισμό» και απ’ την άλλη την ενοχοποίηση και τον «κοινωνικό εξισωτισμό». Με δεδομένο πως, στο κοινωνικό πλαίσιο που το διαπερνά και διαποτίζει η βαθύτερη λογική της ανοιχτής προς τα πάνω κλίμακας της προόδου, ο καθένας ωθείται να αριστεύει σε κλίμα ευγενούς άμιλλας κατά τις δυνατότητές του.
Με τους αρίστους, αυτονοήτως, στην κορυφή της κλίμακας, τιμή και καμάρι όλης της κοινωνίας, να επιβραβεύονται για την κατ’ αρετήν κορύφωση της κοινωνικά πάντοτε ανταποδοτικής αξιοσύνης τους. Καθώς, κατά τον Περικλέους επιτάφιο: «Άθλα γαρ οις αρετής κείται μέγιστα, τοις δε και άνδρες άριστοι πολιτεύουσι» (Διότι, όπου μέγιστα ορίζονται βραβεία αρετής, εκεί και άριστοι πολίται οικούν την πόλιν,  μετ. Ελ. Βεν/λος).
www.stavroslygeros.gr  9/8/2017

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Από τον Καισαρισμό στις «δυνάμεις του αίματος»


του Κώστα Μελά

Η προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου της ΕE στα ζητήματα που έθετε η παγκοσμιοποίηση έγινε κυρίως μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ και με όσα νομοθετήματα ακολούθησαν. Ο βασικός λογικός πυρήνας των θεσμικών ρυθμίσεων ήταν σε μεγάλο βαθμό η άσκηση της οικονομικής πολιτικής με βάση προκαθορισμένα κριτήρια. Την ευθύνη για την πραγμάτωσή τους θα είχαν «ανεξάρτητες» και «γραφειοκρατικές» δομές που δεν ελέγχονται από τις κυβερνήσεις, δηλαδή από την καθολική ψηφοφορία των πολιτών.

Η αδήριτη πραγματικότητα σε πολλές περιπτώσεις έθεσε εν αμφιβόλω αυτή την οικονομική  πολιτική, όπως πχ. στο θέμα της διάσωσης των κρατών. Το πρόβλημα ,όμως, είναι ότι η αναγκαστικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ενδυνάμωσαν, αντί να αμβλύνουν, την παρουσία αυτών των «αυτόνομων» τεχνοκρατικών δομών. Έφεραν, μάλιστα, στην Ευρώπη τον υπ’ αριθμόν ένα «τεχνοκρατικό» οργανισμό, το ΔΝΤ.
Η κρίση, δηλαδή, αντί να οδηγήσει τις ευρωπαϊκές ελίτ σε περισσότερη πολιτική αντίληψη των πραγμάτων, τις οδήγησε σε μεγαλύτερη «τεχνοκρατική» αντίληψη. Κατ’ αυτό τον τρόπο διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των λαϊκών αναγκών και των δικών τους αποφάσεων. Διευρύνθηκε περισσότερο το λεγόμενο δημοκρατικό κενό, το οποίο εξ αρχής υπάρχει στην ΕΕ.

Πορεία προς τον Καισαρισμό

Το φαινόμενο αυτό έχει ονομασθεί δρόμος προς την εγκαθίδρυση του Καισαρισμού. Καισαρισμό ονομάζουμε την προδιάθεση των δημοκρατικών καθεστώτων να επιδεικνύουν αυταρχικές τάσεις σε καιρούς κρίσης. Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτή την αντιδημοκρατική δυναμική θα ήταν χρήσιμο να στραφούμε σ’ έναν διορατικό παρατηρητή της κρίσης του πολιτισμού στη δεκαετία του 1930, στον Αντόνιο Γκράμσι.
Σύμφωνα με τον Ιταλό διανοούμενο, κατά τη διάρκεια των μεγάλων κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος, οι θεσμοί που εξαρτώνται από την καθολική ψηφοφορία, όπως τα Κοινοβούλια, περνούν σε δεύτερο πλάνο. Αντιθέτως, οι περιστάσεις ενισχύουν «τη σχετική θέση της εξουσίας, της γραφειοκρατίας (πολιτικής και στρατιωτικής), των υψηλών χρηματοπιστωτικών κύκλων, της Εκκλησίας και εν γένει όλων των οργανισμών που είναι σχετικά ανεξάρτητοι από τις διακυμάνσεις της κοινής γνώμης».
Σε κατάσταση κρίσης, από τη μία οξύνονται οι εγγενείς αντιφάσεις των θεσμών που νομιμοποιούνται μέσω των εκλογών, ελαττώνοντας την ικανότητά τους να λαμβάνουν τις αποφάσεις που απαιτεί η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων. Από την άλλη, η κοινή γνώμη έχει σημαντικότατες διακυμάνσεις, απειλώντας να στραφεί προς πιο ριζοσπαστικές λύσεις.

Μάζες και ολιγαρχία του χρήματος

Υπήρξε εποχή κατά την οποία εκείνο που θεωρούνταν απειλή για την κοινωνική τάξη και τις πολιτιστικές παραδόσεις του δυτικού πολιτισμού ήταν η «εξέγερση των μαζών». Στην περίοδο των τελευταίων τριών δεκαετιών (εποχή της παγκοσμιοποίησης), όμως, φαίνεται πως η πρωταρχική απειλή δεν προέρχεται από τις μάζες, αλλά από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας.
Οι νέες ελίτ του αναπτυγμένου καπιταλισμού, αυτές που ελέγχουν τις διεθνείς ροές του χρήματος και της πληροφορίας, είναι βαθιά ριζωμένες στην πλανητική οικονομία και στις εξεζητημένες τεχνολογίες της. Είναι, επίσης, πολιτιστικά φιλελεύθερες, δηλαδή «μοντέρνες», «ανοιχτόμυαλες», θα λέγαμε «αριστερές». Στον βαθμό που η εξουσία τους ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, εκδηλώνουν μια αυξανόμενη περιφρόνηση για τις αξίες και τις αρετές που κάποτε θεμελίωναν το δημοκρατικό ιδεώδες.
Έγκλειστες μέσα στα πολλαπλά τους δίκτυα, στους κόλπους των οποίων ζουν μονίμως «νομαδικά», οι νέες ελίτ βιώνουν τον εγκλεισμό τους μέσα στον ανθρώπινα συρρικνωμένο κόσμο της οικονομίας σαν μια ευγενή «κοσμοπολίτικη» περιπέτεια. Καθημερινά, όμως, γίνεται όλο και πιο έκδηλη η δραματική ανικανότητά τους να κατανοήσουν αυτούς που δεν τους μοιάζουν: πρώτα απ’ όλους τους καθημερινούς ανθρώπους της ίδιας της χώρας τους.

Οι «δυνάμεις του αίματος»

Όμως η μετάβαση προς τον Καισαρισμό σημαίνει ότι η Ιστορία επιστρέφει με μια ριζική, αλλά και άμορφη αποσυμπύκνωση του Πολιτικού. Κατά μία έννοια «ζωοποιείται», αφού μοιάζει να έχουν εξαφανισθεί τα πολιτικά προβλήματα και να προέχουν οι καθαρώς οικονομικοί, ήτοι ζωώδεις ανταγωνισμοί. Η επικυριαρχία αυτών των ανταγωνισμών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όμως, θα οδηγήσει πιθανότατα σε μια νέα έξαρση και πύκνωση του Πολιτικού. Πρωταγωνιστές, μάλιστα, θα είναι οι «δυνάμεις του αίματος», δηλαδή οι πένητες και οι αποκλεισμένοι.
Διακρίνονται πλέον καθαρά αυτές οι εξελίξεις στην αναπτυγμένη Δύση. Η σημερινή πολιτική ολιγαρχία του δυτικού κόσμου φαίνεται να χάνει προοδευτικά τον έλεγχο της  μηχανής του συστήματος. Διαπιστώνεται η αποσύνθεση της κλασικής πολιτικής ολιγαρχίας, των παραδοσιακών κομμάτων της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς.
Αναδύονται νέες μορφές ακτιβισμού, νέα υποστήριξη της βίαιης και χυδαίας δημαγωγίας, μιας νέας μορφής πολιτικής χυδαιότητας και μιας υποκειμενικής βιαιότητας στην πολιτική πρόταση. Αρκετοί αναζητούν μια μορφή ταξικότητας στη νέα αυτή τάση. Υπάρχει, βεβαίως, in senso lato. Όμως, εδώ έχουμε να κάνουμε όχι με κοινωνικές τάξεις, αλλά με το πλήθος που έχει δημιουργήσει η εξέλιξη της Παγκοσμιοποίησης. Οι μορφές της κοινωνικής διαπάλης που συγκροτούν το Πολιτικό στοιχείο αντιπαρατίθενται άμεσα, ευθέως. Η αναγκαία διαμεσολάβηση σήμερα πραγματοποιείται κυριαρχικά από τα ακροδεξιά κόμματα και κινήματα. Αυτό είναι περισσότερο από εμφανές.
www.stavroslygeros.gr  24/6/2017

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Aπό τον Μπετόβεν στον… Σόιμπλε

του Τάκη Μίχα

 H σονάτα για πιάνο και βιολί νούμερο 9- η επονομαζόμενη «Κρόιτσερ» του Λούντβιχ φον Μπετόβεν ήταν αφιερωμένη στο μεγαλύτερο βιολιστή της εποχής τον Γάλλο Ροδόλφο Κρόιτσερ. Οταν ο Γάλλος μουσικός είδε το κομμάτι αναφώνησε: «Μα αυτό δεν παίζεται» και πρόσθεσε «Ο Μπετόβεν δεν ξέρει τίποτα από βιολί!»
Υποθέτω ότι κάπως ανάλογες θα ήσαν και οι ενδόμυχες αντιδράσεις όλων των Ελλήνων πρωθυπουργών –από τον Γ. Παπανδρέου μέχρι τον Α. Τσίπρα-κάθε φορά που θα έπρεπε να βάλουν την τζίφρα τους σε ένα ακόμη γερμανικής έμπνευσης «Μνημόνιο». Φυσικά εδώ υπάρχει μια πολύ ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κ. Τσίπρα και των υπολοίπων.
Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους των οποίων οι αμφιβολίες παρέμεναν στον χώρο του ενδόμυχου ο σημερινός πρωθυπουργός δεν έχει διστάσει να εξωτερικεύσει τις αμφιβολίες του, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πιστεύει πως τα Μνημόνια θα ωφελήσουν την χώρα. Απλά υπογράφει και εφαρμόζει τα μέτρα, ελπίζοντας ότι οι δανειστές θα αλαφρύνουν το χρέος έτσι ώστε η χώρα να μπορέσει να «ξαναβγεί στις αγορές» δηλαδή να... ξαναδανεισθεί!
Η σονάτα νούμερο 9 του Μπετόβεν είναι άψογη και θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα του. Από την πλευρά τους επίσης τα Μνημόνια είναι άψογες θεωρητικές κατασκευές που οπωσδήποτε θα διδάσκονται στα πανεπιστήμια για πολλές δεκαετίες. Ομως αμφότερα αυτά τα κατά τα άλλα πολύ σημαντικά έργα, πάσχουν από ένα πολύ βασικό ελάττωμα: Oτι δεν λαμβάνουν υπ όψη τους τις απόψεις, ιδιοπάθειες, συνήθειες, βίτσια κ.λπ. αυτών που πρόκειται να τα «παίξουν» -του Κρόιτσερ από την μια πλευρά, των Ελλήνων από την άλλη.
Το βασικό και βαθύτερο πρόβλημα των Μνημονίων δεν είναι ούτε ότι αντιπροσωπεύουν ένα Σιγκφριντιανό όραμα Τευτονικής κατοχής της Ευρώπης, ούτε ένα σχέδιο ανθελληνικών κύκλων που οραματίζονται την εξαφάνιση του «Γένους». Ούτε καν αντιπροσωπεύουν ένα σχέδιο των καπιταλιστών για να πλήξουν την αντίσταση των εργαζομένων όπως βαυκαλίζονται οι γέροντες αναρχικοί των Εξαρχείων.
Το βασικό πρόβλημα των Μνημονίων είναι ότι έχουν διαμορφωθεί από επαγγελματίες οικονομολόγους-δηλαδή από μια επαγγελματική ομάδα που με κάθε σοβαρότητα πιστεύει ότι η τεχνική τους είναι «επιστήμη» ανάλογη με τις φυσικές επιστήμες.
Πιστεύουν λοιπόν ότι όπως οι νόμοι της φυσικής υπάρχουν και λειτουργούν ανεξάρτητα από πολιτισμικές και κοινωνικές μεταβλητές, το ίδιο ισχύει και με τους «νόμους» της οικονομίας. Αυτή η άποψη τους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στο βαθμό που υπάρχουν καθολικοί νόμοι υπάρχουν και καθολικές λύσεις –που δηλαδή μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη ανεξάρτητα από τους τοπικούς θεσμούς, παραδόσεις ,πρακτικές κ.λπ. Και όσο περισσότερο καταφέρνουν να μαθηματικοποιούν την τεχνική τους ώστε να γίνεται ακαταλαβίστικη στον περισσότερο κόσμο, τόσο εδραιώνεται μεταξύ τους η αντίληψη ότι έχουν φθάσει στο… Νιρβάνα της Επιστήμης.
Φυσικά αυτή η αντίληψη των οικονομικών δεν έχει καμία σχέση με το πώς οραματίσθηκαν τον κλάδο τους οι πατέρες της οικονομικής επιστήμης όπως ο Άνταμ Σμίθ η ο Καρλ Μαρξ η πιο πρόσφατα ο Φρίντριχ Χάγιεκ η ο Ιμάνιουελ Γουόλερσταϊν.
Για αυτούς, όπως θα έλεγε ο γνωστός ιστορικός Καρλ Πολάνυι, η οικονομία δεν αποτελούσε έναν ξεχωριστό χώρο, αλλά ήταν «ενσωματωμένη»(embeded) σε πολιτισμικές και κοινωνικές πρακτικές.
Η άποψη που μεταφέρουν οι οικονομολόγοι των Μνημονίων ότι η λύση για το πρόβλημα του χρέους στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι η ίδια με ανάλογο πρόβλημα στο Νεπάλ ή την Ακτή του Ελεφαντοστού διότι οι «νόμοι» της οικονομίας είναι οι ίδιοι παντού θα προκαλούσε ασφαλώς μεγάλη θυμηδία στους Κλασικούς.
Οπως θα προκαλούσε και θυμηδία η άποψη ότι οι «νόμοι» της οικονομικής ανάπτυξης ήσαν και είναι οι ίδιοι στην Κίνα, την Νότιο Κορέα, την Αγγλία, την Ιαπωνία ή την Ελβετία.
Η νοσταλγία του καταφρονεμένου μπακάλη της γειτονιάς για την δραχμή όταν είδε τις τιμές του μπακάλικου του να μετατρέπονται με την ένταξη του ευρώ σε τιμές... ντελικατέσεν, εμπεριέχει περισσότερη «θεσμική γνώση» και σοφία από όλα τα οικονομετρικά μοντέλα που ευαγγελίζονται τα κουστουμαρισμένα παιδάκια που στελεχώνουν τα επιτελεία του κ. Σοιμπλε και της κ. Λαγκάρντ που διαμορφώνουν τα Μνημόνια.
Διότι πρόκειται για μια νοσταλγία που έχει την ρίζα της σε πολιτισμικές και κοινωνικές πρακτικές σε αντίθεση με τα ψευτομαθηματικά οικονομετρικά μοντέλα που στηρίζονται στον αέρα και προκαλούν απλά πείνα και δυστυχία.

www.euro2day.gr 15/6/2017


Υ.Γ από anestios: Τα ανωτέρω ισχύουν φυσικά και μάλιστα στο πολλαπλάσιο και για τους εγχώριους οικονομολόγους και οικονομολογούντες, και ειδικά σε όσους -ιδιαίτερα εξ εσπερίας ορμώμενους- θέλουν ντε και καλά να μας "σώσουν", αδιαφορώντας για την ύπαρξη μιας πραγματικής κοινωνίας, μιας πραγματικής οικονομίας και μερικών εκατομμυρίων πραγματικών ανθρώπων. Ισχύουν επίσης για όσους με πολιτικούς όρους  ή κυρίως για πολιτικούς λόγους εκστασιάζονται μπρος στη σοφία των "συνταγών " αυτών.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Σαν σήμερα...


...το 1967

1η Ιουνίου 1967
:Με διαταγή του αρχηγού Γ.Ε.Σ. Οδυσσέα Αγγελή, "απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπον μετάδοσις ή εκτέλεσις μουσικής ή ασμάτων του κομμουνιστού Μίκη Θεοδωράκη (...) τα οποία, συν τοις άλλοις, αποτελούν και μέσον συνδέσμου μεταξύ των κομμουνιστών". Οι παραβάτες απειλούνται με έκτακτα Στρατοδικεία.


1η Ιουνίου 1967 

             

                 

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

«…'Ώστε η δαπάνη να μην υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ»

του Κώστα Καλλίτση

Η Ελλάδα είχε αναλάβει την υποχρέωση να κάνει ό,τι πρέπει στο εσωτερικό για να διευκολύνει την οικοδόμηση ενός διαφορετικού, βιώσιμου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι Ευρωπαίοι εταίροι και το ΔΝΤ είχαν την υποχρέωση να κάνουν ό,τι πρέπει με το δημόσιο χρέος μας, για να μπορέσουμε να βγούμε στις διεθνείς αγορές.
Εμείς, παρά τις γνωστές αδυναμίες, κάναμε πολλά και δύσκολα. Εταίροι και ΔΝΤ, σήμερα, δείχνουν απρόθυμοι να ανταποκριθούν στη δική τους υποχρέωση. Ειδικά το ΔΝΤ, με την ακραία στάση του, υπονομεύει την έξοδό μας στις αγορές και το πιο επείγον, την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης του κ. Ντράγκι. Η δε αποκλειστική μέριμνα του κ. Σόιμπλε για τον «κουρέα του Μονάχου» ενόψει εκλογών, εμποδίζει την ευελιξία που απαιτείται προκειμένου να συναφθεί μια θετική συμφωνία πριν από τον Οκτώβριο.
Το κρίσιμο είναι να μην εμποδιστεί η ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Οχι μόνο γιατί αυτή η ένταξη θα είναι μια συμβολική σφραγίδα φερεγγυότητας της χώρας. Αλλά, επίσης, διότι η ένταξη (α) μεσοπρόθεσμα θα μειώσει το κόστος δανεισμού της χώρας, (β) άμεσα θα επιτρέψει τη μείωση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων και (γ) θα διευκολύνει τις ελληνικές τράπεζες να βγουν στις αγορές το φθινόπωρο με νέες τιτλοποιήσεις, ώστε να έχουν καλά αποτελέσματα στα stress tests των αρχών του 2018. Αν αυθαίρετα αποκλειστούμε από το πρόγραμμα, οι τράπεζες όχι μόνο δεν θα ωθηθούν να δώσουν νέα δάνεια, αλλά θα εμποδιστούν να βγουν στις αγορές για να καλύψουν και τις δικές τους ανάγκες με επάρκεια, έγκαιρα και ανεκτό κόστος.
Με άλλα λόγια, ενδεχόμενος αποκλεισμός μας από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα υπονομεύσει την ολοκλήρωση της δικής μας δουλειάς, της ανασυγκρότησης της οικονομίας. Θα μπει θηλιά σε ένα ήδη πολύ δύσκολο πρόγραμμα. Περί αυτού πρόκειται.
Τι θα ήταν σκόπιμο να επιδιώξει η ελληνική κυβέρνηση;
Αυτό που δεν είναι μείζον θέμα ώστε να απορροφά όλη τη σκέψη και τη δράση της, είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα. Γιατί:
(α) Μέχρι το 2022 είναι απολύτως εφικτός ο στόχος του 3,5% εφόσον πετύχουμε μια οικονομική μεγέθυνση – ήδη επετεύχθη πολύ μεγαλύτερο φέτος, παρά τη μηδενική ανάπτυξη.
(β) Επί σειρά ετών, το δεύτερο μισό της 10ετίας του 1990, πετυχαίναμε πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Η διαφορά με το σήμερα είναι ότι τότε πετυχαίναμε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης – αυτό είναι το κρίσιμο.
(γ) Μετά το 2022 τα πλεονάσματα θα προσδιορίζονται με βάση όσα ορίζονται από το ευρωπαϊκό Fiscal and Growth Pact, δηλαδή από το Σύμφωνο που ισχύει για όλη την Ευρώπη και είχε ψηφιστεί από την ελληνική Βουλή το 2014 – με εισηγητή τον κ. Χρ. Σταϊκούρα. Α (κατα)νοήτως η αντιπολίτευση ωρύεται για δέσμευση της χώρας μέχρι το 2060 και λοιπά πένθιμα. Αυτό το Σύμφωνο θα ισχύσει και για την Ελλάδα ως μέλος της Ευρωζώνης. Και βάσιμα εκτιμάται ότι μετά το 2022 τα πρωτογενή πλεονάσματα σταδιακά θα μειώνονται. Αν το Σύμφωνο δεν μας αρέσει, ε, ας βγούμε από την Ευρωζώνη…
Το μείζον θέμα είναι να επιτευχθεί η ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης άμεσα.
Η πρόταση των 8 σημείων που διατύπωσε ο κ. Σόιμπλε είναι μια βάση – δεν είναι για πέταμα. Περιέχει ορισμένα θετικά σημεία, όπως την απαλλαγή μας από την επιβάρυνση 2% (περίπου 200 εκατ. ευρώ) στο δάνειο για την επαναγορά ομολόγων που κάναμε τον Δεκέμβριο 2012, τη μετατροπή ενός μέρους κυμαινόμενου σε χαμηλό σταθερό κόστος κ.ά. Εχει δύο αρνητικά: Προβλέπει (α) περίοδο χάριτος για τα ευρωπαϊκά δάνεια «από 0 έως 15 έτη» και (β) επίτευξη βιωσιμότητας του χρέους «με ή χωρίς μέτρα ελάφρυνσης». Αυτά τα σημεία, έτσι διατυπωμένα, δένουν τα χέρια του κ. Ντράγκι.
Αυτό που πρέπει να επιδιώξει η ελληνική κυβέρνηση είναι μια ενδιάμεση τοποθέτηση που θα λύνει τα χέρια του κ. Ντράγκι. Κι αυτή θα ήταν μια πρόβλεψη στη συμφωνία, ότι οι εταίροι μας θα λάβουν «όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου η δαπάνη για την εξυπηρέτηση του χρέους να μην υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ». Αυτό, ενδεχομένως να έδινε το «πράσινο φως» στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μας εντάξει στο πρόγραμμα. Αυτό λοιπόν θα έπρεπε να επιδιώξει η κυβέρνηση.
Οσον αφορά τα μέτρα που έχουμε συμφωνήσει, είναι βέβαιο ότι θα τα εφαρμόσουμε – είτε συμμετέχει είτε δεν συμμετέχει το ΔΝΤ. Τα περί του αντιθέτου, καλό είναι να τα ξεχάσουν όλοι. Και αντί για εθνική συναίνεση στο να μας χαρίσουν τα χρέη, αντί παλινωδίες «ναι ή όχι στο ΔΝΤ» και «ναι ή όχι στην πρόταση Σόιμπλε», καλό θα ήταν να κάνουμε μια εθνική προσγείωση. Στην πραγματικότητα. Γιατί αν την αγνοείς, ως γνωστόν, δεν μπορείς να την αλλάξεις...
Καθημερινή 28/5/2017

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

H «αέναη» λύση για το χρέος και οι γερμανικές εκλογές

του  Γιώργου Παπανικολάου

Η μάχη οπισθοφυλακών που δίνει ο «πολύς» κ. Σόιμπλε για το θέμα του ελληνικού χρέους, προσπαθώντας να αφήσει όσο το δυνατόν πιο αόριστες τις ρυθμίσεις κι αποφεύγοντας όπως ο διάολος το λιβάνι οποιαδήποτε δέσμευση για μείωση των επιτοκίων, μόνο ανεξήγητη δεν είναι.
Ενόψει εκλογών, το τελευταίο που θα ήθελε η παράταξη της κας Μέρκελ είναι να δει τους ευρωσκεπτικιστές της χώρας να κάνουν σημαία την απώλεια χρημάτων εκ μέρους του πάντα συντηρητικού Γερμανού φορολογούμενου.
Ωστόσο, οι επαΐοντες -και όχι μόνον αυτοί- γνωρίζουν ήδη ότι αργά ή γρήγορα το ελληνικό χρέος θα ρυθμιστεί με έναν τρόπο που θα θυμίζει τα perpetual bonds, τα λεγόμενα ομόλογα «αέναης» λήξης.
Χαρακτηριστικό είναι πρόσφατο άρθρο των Financial Times που δημοσίευσε το Euro2day.gr, με τίτλο «Το ελληνικό χρέος και η Οδύσσεια μέχρι το… 2100», όπου καταγράφεται η αδυσώπητη πραγματικότητα: «Η προσπάθεια να "παντρευτούν" οι απαισιόδοξες υποθέσεις του ΔΝΤ για τα μελλοντικά πλεονάσματα του προϋπολογισμού της Ελλάδας με το περιορισμένο εύρος των επιλογών για την ελάφρυνση του χρέους που θα μπορούσε να δεχθεί η ευρωζώνη, οδηγεί σε αποτελέσματα που προκαλούν κατάπληξη. Ένα σενάριο προβλέπει πως ορισμένα από τα δάνεια διάσωσης δεν θα αποπληρωθούν πριν το 2100».
Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι θα δούμε τέτοιες λύσεις να περιγράφονται ευκρινώς σε όποια δέσμευση των δανειστών για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους αναμένουμε για το επόμενο διάστημα.
Σημαίνει όμως ότι για πολιτικούς λόγους θα συνεχίσει κατά πάσα πιθανότητα να υπάρχει ένα παιχνίδι «extend and pretend», που θα κλωτσάει το τενεκεδάκι παρά πέρα, χωρίς μάλλον να δίνει μια οριστική λύση για αρκετό ακόμη διάστημα.
Ποιους αφορά το παιχνίδι αυτό; Αφορά τις πολιτικές ηγεσίες των Ευρωπαίων δανειστών μας -και κυρίως τη Γερμανία, η οποία κατά τα φαινόμενα δεν θα έχει πολιτική αλλαγή μέσω των εκλογών-, που προσπαθούν να κρύψουν από την κοινή γνώμη των χωρών τους μια άλλη πραγματικότητα. Ότι λαμβάνοντας την απόφαση να μη χρεοκοπήσει η Ελλάδα το 2010, προκειμένου να μη χρεοκοπήσουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και δημιουργηθεί φαινόμενο «ντόμινο», ουσιαστικά μετέφεραν το «φέσι», που θα έτρωγε ο ιδιωτικός (τραπεζικός) τομέας, στην πλάτη των φορολογουμένων τους.
Όλα αυτά δεν είναι άγνωστα στην ελληνική πλευρά, είτε μιλάμε για την κυβέρνηση, είτε για τους ειδήμονες της αγοράς, γι' αυτό και σε τούτη τη φάση, όλοι θα είναι ικανοποιημένοι, αν η «λύση» που θα σχηματοποιηθεί το επόμενο διάστημα για το χρέος γίνει αποδεκτή από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κι ας μην είναι μια τελεσίδικη και οριστική λύση.
ΥΓ: Για τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς των «αριθμών» και των άμεσων οικονομικών λύσεων, τα όσα συμβαίνουν, φαντάζουν κωμικοτραγικά. Πλην όμως, όταν τα οικονομικά θέματα μπλέκουν πολύ με την πολιτική, κάτι που συμβαίνει σίγουρα όταν δανειστές και δανειζόμενοι είναι κρατικές οντότητες, οι αριθμοί περνούν στο πίσω κάθισμα και μένει στο τιμόνι το «πολιτικά εφικτό».
www.euro2day.gr 22/5/2017

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Οι τρεις διαστάσεις του λαϊκισμού

του Νίκου Μουζέλη

Με τη θεαματική άνοδο του λαϊκισμού, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ, στην Τουρκία και αλλού, η ενασχόληση με το θέμα δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο της καθημερινότητας και των ΜΜΕ, αλλά παίζει και κεντρικό ρόλο στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Στον καθημερινό λόγο ο λαϊκισμός παραπέμπει στην ιδέα πως ένας χαρισματικός ηγέτης στον πολιτικό χώρο (αλλά όχι μόνο), για ψηφοθηρικούς κυρίως λόγους, δίνει υποσχέσεις που ξέρει εκ των προτέρων πως δεν μπορεί να υλοποιήσει - ή δίνει μια εικόνα της κατάστασης (εντός και εκτός της χώρας) που είναι τελείως εξωπραγματική. Στις κοινωνικές επιστήμες, η θεωρία του λαϊκισμού είναι πιο πολύπλοκη. Θα προσπαθήσω να δώσω μια γενική εικόνα αυτής της πολυπλοκότητας εξετάζοντας τρεις διαστάσεις του λαϊκισμού: την ιδεολογική, την οργανωτική και την κοινωνική βάση του.

Ιδεολογία

Εδώ οι βασικές ιδέες είναι λίγο-πολύ γνωστές: ο λαός έχει πάντα δίκιο, άρα το Σύνταγμα και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία υποβιβάζονται. Επιπλέον υπάρχει ένα κατεστημένο που χειραγωγεί τον λαό. Ο λαός θεοποιείται και το κατεστημένο δαιμονοποιείται. Υπάρχουν επίσης μειονότητες, πολιτισμικές κοινότητες, θρησκευτικές σέκτες, μετανάστες κ.τ.λ. που υποσκάπτουν την εθνική κουλτούρα ή/και τα κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων. Οσο για τον εξωτερικό χώρο, δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, οι Βρυξέλλες, η Γερμανία κ.τ.λ. χειραγωγούν με διάφορους άμεσους ή έμμεσους τρόπους τον λαό. Τα παραδείγματα τέτοιων ιδεολογιών βρίθουν. Στη Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, στον Μεσοπόλεμο και μετά, χαρισματικοί ηγέτες όπως ο Βάργκας (Βραζιλία), ο Ιμπανέζ (Χιλή) και ο Περόν (Αργεντινή) κινητοποίησαν τα λαϊκά στρώματα με αναφορές στο ολιγαρχικό κατεστημένο και στη χειραγώγησή του από τις ΗΠΑ. Αυτού του είδους η παράδοση συνεχίζεται σήμερα με λαϊκιστές ηγέτες όπως ο Τσάβες και ο Μαδούρο. Στη μεσοπολεμική Ευρώπη μια σειρά αυταρχικά καθεστώτα (Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) ανέπτυξαν μια εθνικολαϊκιστική ιδεολογία. Το πιο ακραίο παράδειγμα ήταν βέβαια αυτό του ναζιστικού κινήματος. Αυτό εστιαζόταν στην εβραϊκή και παγκόσμια συνωμοσία, στους κομμουνιστές, στους αριστερούς διανοούμενους, στους υπανάπτυκτους Σλάβους και στους «υπάνθρωπους» Ρομά.

Η οργάνωση

Ο χαρισματικός ηγέτης τείνει να υποσκάπτει την αυτονομία των ενδιάμεσων στρωμάτων (οργανωσιακών, συνδικαλιστικών, επαγγελματικών) που εμποδίζουν την άμεση επαφή του με τα λαϊκά στρώματα, αφού είναι ο «πατέρας» του λαού ΤΟΥ. Ο Περόν, για παράδειγμα, κατάφερε να καταργήσει την αυτονομία των συνδικάτων που λειτουργούσαν ως αντίβαρο στην παντοδυναμία του. Ενα πιο πρόσφατο παράδειγμα στον χώρο της κομματικής οργάνωσης ήταν το ανδρεϊκό ΠαΣοΚ. Ενώ στα πριν της χούντας πελατειακά κόμματα οι τοπικοί προύχοντες/πάτρωνες είχαν σημαντική αυτονομία έναντι της κεντρικής κομματικής εξουσίας, στην πρώιμη ανδρεϊκή οργάνωση του ΠαΣοΚ τα μεσαία και κατώτερα στελέχη μετατράπηκαν σε υπαλλήλους ενός μαζικού κόμματος όπου κυριαρχούσε η βούληση του αρχηγού. Δεν υπήρχε σοβαρή εσωκομματική αντιπολίτευση, αφού ο κάθε υπουργός ή άλλος ισχυρός παράγοντας μπορούσε να αποπεμφθεί με ένα τηλεφώνημα.

Η λαϊκή βάση

Σε αυτό το τρίτο επίπεδο τα κοινωνικά στρώματα που προσφέρουν ευνοϊκό έδαφος για λαϊκιστικές κινητοποιήσεις είναι συνήθως όλοι αυτοί που βρίσκονται στο περιθώριο, καθώς και αυτοί που δεν έχουν «φωνή», που δεν παίζουν ρόλο στην ενεργό πολιτική αρένα. Για παράδειγμα, τα προπολεμικά λαϊκιστικά αγροτικά κινήματα στις ΗΠΑ στράφηκαν εναντίον των τραπεζών και του οικονομικού κατεστημένου των πόλεων. Με τη ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη τεχνολογικά εξελιγμένες μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις περιθωριοποίησαν έναν μεγάλο αριθμό μικροπαραγωγών. Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε στα μεσοπολεμικά Βόρεια Βαλκάνια. Στη Βουλγαρία, π.χ., ο χαρισματικός ηγέτης Σταμπολίσκι κατόρθωσε να κινητοποιήσει ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού εναντίον των εμπόρων και του μοναρχικού κατεστημένου (τέτοιου είδους μαζικές κινητοποιήσεις δεν παρατηρούμε στη μεσοπολεμική Ελλάδα).

Περνώντας τέλος στον τωρινό λαϊκισμό του Τραμπ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατόρθωσε να κινητοποιήσει, κυρίως αλλά όχι μόνο, τους λευκούς βιομηχανικούς εργάτες στη λωρίδα των «σκουριασμένων» βιομηχανιών των βορειοδυτικών Πολιτειών. Οσο για την Ευρώπη σήμερα, ο ακροδεξιός εθνολαϊκισμός έχει ως βάση τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης, καθώς και όλους αυτούς που είναι εναντίον των φυλετικά διαφορετικών, των προσφύγων (που υποτίθεται πως παίρνουν τις θέσεις εργασίας των ντόπιων), του κοσμοπολιτισμού κ.τ.λ.

Δεν χρειάζεται να τονίσω πως τις τρεις διαστάσεις με τη βοήθεια των οποίων ανέπτυξα τα τρία βασικά χαρακτηριστικά του λαϊκισμού (ιδεολογία, κομματική δομή, κοινωνική βάση) δεν τις βρίσκουμε μαζί σε όλα τα λαϊκιστικά κινήματα. Με άλλα λόγια, η παραπάνω θεωρητική κατασκευή αποτελεί αυτό που ο Max Weber αποκάλεσε «ιδεώδη τύπο». Γιατί στην πραγματικότητα κάθε λαϊκιστικό κόμμα/κίνημα/καθεστώς αποτελεί ένα μείγμα από λαϊκιστικά και μη λαϊκιστικά στοιχεία σε ένα πλαίσιο όπου τα πρώτα υπερτερούν.

Νέα εργαλεία

Η πιο επεξεργασμένη θεωρία περί αριστερού λαϊκισμού (παγκοσμίως γνωστή και δημοφιλής σε κύκλους της αριστερής διανόησης) είναι αυτή του Ernesto Laclau. Ο αργεντινός στοχαστής είχε ασχοληθεί στο πρώιμο έργο του με τη θεωρία του λαϊκισμού. Πιο πρόσφατα επανήλθε αντλώντας εννοιολογικά εργαλεία από τη σημειολογία.
Πολύ συνοπτικά, ο Laclau ξεκινά με την έννοια των (λαϊκών) απαιτήσεων. Αυτές συγκροτούνται σε δύο τύπους «αλυσίδων». Η μία είναι ένα σύνολο απαιτήσεων τις οποίες το κατεστημένο μπορεί να ικανοποιήσει σταδιακά, με ρεφορμιστικό τρόπο (π.χ., πρώτα η απαίτηση για ψήφο και μετά αυτή για κοινωνικές παροχές). Η δεύτερη αλυσίδα εμπεριέχει απαιτήσεις που πρέπει οι ελίτ να τις ικανοποιήσουν όλες μαζί (π.χ., απαιτήσεις που προέρχονται συνδυαστικά από διάφορες ομάδες, ομάδες που διαφοροποιούνται με βάση τη φυλή, το φύλο, την οικονομική ανέχεια, την πολιτική καταπίεση κ.τ.λ.). Σε αυτή την περίπτωση, οι ελίτ αδυνατούν να διαχειριστούν τις αλληλοσυνδεόμενες πιέσεις. Αυτό απειλεί σοβαρά το status quo. Δημιουργεί μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ του κατεστημένου και του λαού - του «λαού» με την έννοια πως περνάμε από μια μάζα σε ένα λαϊκό, συγκροτημένο σύνολο. Σε έναν σχηματισμό ατόμων που αποκτούν μια ταυτότητα που διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από το λαϊκό κίνημα. Οταν και αν αυτό εδραιωθεί, εγκαθιδρύεται μια μεταολιγαρχική ηγεμονία (π.χ., η πρώιμη περονική διακυβέρνηση).

Είναι κυρίως οι οπαδοί του Laclau που προσπάθησαν να διαχωρίσουν τη θεωρία του από τον εθνολαϊκισμό τύπου Λεπέν. Η λεγόμενη «Σχολή του Πανεπιστημίου του Essex» κάνει έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ του «αντιδραστικού» και του «προοδευτικού» λαϊκισμού. Ο πρώτος είναι ρατσιστικός και δίνει προτεραιότητα στην κουλτούρα και στις ταυτότητες, ενώ ο δεύτερος δίνει έμφαση σε προβλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής καταπίεσης.
Κατά τη γνώμη μου όμως, και οι δύο λαϊκισμοί έχουν αρνητικά στοιχεία. Αυτό είναι προφανές αν ξεχωρίσει κανείς την πρώτη από τη δεύτερη φάση του λαϊκιστικού γίγνεσθαι. Ο αριστερός/προοδευτικός λαϊκισμός τύπου Laclau χαρακτηρίζεται αρχικά από έναν δημοκρατικό προσανατολισμό. Δηλαδή σπάει το μονοπώλιο εξουσίας ενός ολιγαρχικού κατεστημένου και αμβλύνει τις ανισότητες: δίνει «φωνή» στους περιθωριοποιημένους, τους εντάσσει εντός της ενεργού πολιτικής αρένας. Στη δεύτερη φάση όμως, με την οποία ο Laclau δεν ασχολείται σοβαρά, παρατηρούμε τη θεσμοποίηση ενός αυταρχικού καθεστώτος που οδηγεί σε οικονομικό αδιέξοδο. Ετσι στη Λατινική Αμερική χαρισματικοί ηγέτες λαϊκιστικού προσανατολισμού όταν πήραν την εξουσία βοήθησαν τις οικονομικά αδύναμες τάξεις κατά «αντιπαραγωγικό» τρόπο. Για να χρησιμοποιήσω μια γνωστή φράση, «έδωσαν ψάρια στον λαό χωρίς να τους μάθουν να ψαρεύουν». Ετσι ο Τσάβες και κατόπιν ο Μαδούρο, π.χ., σπατάλησαν τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας χωρίς να ακολουθήσουν ένα σχέδιο ένταξης των λαϊκών στρωμάτων στην αναπτυξιακή διαδικασία.

Συμπερασματικά, ο λαϊκισμός δεν είναι ένα συμπαγές, ομοιόμορφο σύνολο που μένει το ίδιο ανεξαρτήτως πλαισίου. Προσπάθησα να δείξω την πολυπλοκότητα του λαϊκιστικού φαινομένου εξετάζοντάς το σε τρία επίπεδα. Σε αυτά της ιδεολογίας, της κομματικής οργάνωσης και της λαϊκής βάσης. Παρ' όλη την πολυπλοκότητα όμως, υπάρχει σε όλους τους λαϊκισμούς ένα κοινό σημείο: το δίπολο λαός-κατεστημένο που αμβλύνει το δίπολο εργασία-κεφάλαιο. Κατά τη γνώμη μου, για την ανάλυση κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού στο πλαίσιο της τωρινής παγκοσμιοποίησης, απαιτούνται και οι δύο προσεγγίσεις. Και αυτή των ταξικών και αυτή των λαϊκιστικών συγκρούσεων. Απαιτείται επίσης μια προσέγγιση που δεν εξετάζει μόνο την πρώτη φάση της εξέλιξης ενός λαϊκιστικού κινήματος αλλά και την επόμενη. Δηλαδή τη φάση όπου λαϊκιστές ηγέτες παίρνουν την εξουσία και ακολουθούν πολιτικές που οδηγούν σε οικονομικό αδιέξοδο και πολιτικό αυταρχισμό.

ΒΗΜΑ 14/5/2017